Καβαφικό στοίχημα

Να, το ανεβάζω εδώ και το κοινοποιώ σε αυτό που είναι ο ορισμός της πολλής συνάφειας του κόσμου, η αποθέωση της καθημερινής ανοησίας των σχέσεων και των συναναστροφών, μπας και βλέποντάς το συνέχεια το χωνέψω επιτέλους, μπας και το «όσο» γίνει κάποια στιγμή πολύ:

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ.Π. Καβάφης

Insoμνεια

…και στο κάτω-κάτω,
τι είναι η αϋπνία;
Μια ανορθόγραφη ποινή
ανάμεσα σε δυο α
-στερητικά
ή ξαφνικής ανάμνησης επιφωνήματα,
αδιάφορο-
που μου επιβάλλει
αδέκαστη
η νύχτα.

Η Αφέγγαρη

Θες να πας, μου λες, στο φεγγάρι

Άρχισα να ψάχνω για εισιτήρια

να κλείσω ποδήλατο

ή έστω τρένο

Αγόρασα μπαλόνια για να τα φουσκώσω

με όνειρα

Έσκαψα στη γη

για να φτιάξω το κανόνι του Ιουλίου

Ζωγράφισα παραβολές

-τροχιές της ψυχής ουράνιες-

Τάισα περιστέρια

παλιούς υπηρέτες της Σελήνης.

Ώσπου μου τα χάλασε όλα

μια μικρή λεπτομέρεια:

μπορεί το φεγγάρι

να πάει

στο φεγγάρι;

Μέσα στη Βροχή

Στη βροχή δε μιλάς

Δε θα σ’ ακούσει

Ούτε αυτή

Στη βροχή αφουγκράζεσαι

Τις σταγόνες στις τέντες

Μιας εργατικής συνοικίας

Στήνεις αυτί

Για τον περαστικό

Που σηκώνει το γιακά του

Όπως άλλος σηκώνει

Το ποτό

Σιωπάς

Κι ακούγονται γλέντια

Στα ταβερνάκια του Σαββατόβραδου

Στη βροχή

Ανοίγεις τις παλάμες

Και σου λέει τη μοίρα

Σαν ξεδοντιάρα γύφτισσα

Έπειτα της πετάς

Ένα κέρμα.

Μέχρι να κατέβει

Έχεις διαλέξει.

Τη βροχή.

Κατά τείχη

2014-11-18 23.33.11

Κι εκεί,

στη μέση της απόστασης,

περίπου νέος

ή περίπου σκέτο,

συναντάς μια βεβαιότητα

που τσακίζει

-εσένα ή τα υποκοριστικά, αδιάφορο-

με το κόκκινο

χαμόγελό της.

Στην Κ.

Είδα τις αλήθειες σου, ίδιες με φίδια ιοβόλα, να σέρνονται στο πάτωμα, στο χώμα, στην άσφαλτο. Τις είδα βουβές και γυμνές, σαν κούκλες καταστήματος ρούχων που περιμένουν τη νέα παρτίδα για να ντυθούν. Άγγιξα το κορμί σου κι έψαξα για πληγές, αλλά μου είπες ότι αυτές που τσακίζουν είναι πιο βαθιά. Πήρα το πουγκί με τα αργύρια κι έσπασα μ’ αυτό τη βιτρίνα που λόγιαζες για άνθρωπο. Μπρος σου ήταν, όχι στο πλάι. Άκουσα αυτό που είχες να πεις πολύ πριν να μιλήσεις -είχα αγαπήσει ήδη το γέλιο και την ανάσα σου. Σε κράτησα στα χέρια μου μα ήταν πολύ αργά κι είχα βαθιά μεσάνυχτα. Φύλαξα την τρομαγμένη σου φωνή σαν κάτι μητρικό, σαν χάδι ή σαν ψίθυρο τη νύχτα που μας ξυπνά απότομα κάποιος εφιάλτης. Για σένα.