Άλικη

Πρώτα εμφανίστηκε το χαμόγελό του στον καθρέφτη. Αφύσικα ανθρώπινο, υπερβολικά καλοσχηματισμένο, απόκοσμα χαρούμενο. Έπειτα τα λευκά μουστάκια του, τα ολοστρόγγυλα μάτια του, τα τριγωνικά αυτιά του, το ριγωτό του σώμα και τα νωχελικά του μέλη. Τον κοίταζε χωρίς να μιλά, μαγνητισμένη από την αντανάκλασή της στα δόντια του. Τον κοίταζε και περίμενε να την καλέσει. Εκείνος, χαμογελώντας ακόμη, άπλωσε τα μπροστινά του πόδια και της τρύπησε -ξανά- τους λοβούς των αυτιών της με το νύχι. Έτρεξε αίμα (λίγο), χρόνος (πολύς), και ένα μαύρο ρυάκι από τα μάτια της. Μετά έβαλε τα χέρια του στις τσέπες της και έβγαλε δύο σκουλαρίκια, ένα κόκκινο και ένα μπλε. «Αυτή τη φορά δεν θα διαλέξεις», είπε και της τα φόρεσε στα αυτιά. 

Όταν το κορίτσι αποκοιμήθηκε μπροστά του, ο γάτος έκανε ένα σάλτο, άφησε τη χαμογελαστή του μασέλα δίπλα της και έφυγε. Είχε δει ένα κουνέλι να περνά πίσω της και έπρεπε να βιαστεί για να μην του ξεφύγει.

Νυχτερινό

Σε κάποιον άλλο τόπο
Σε κάποιαν άλλη χώρα
Είμαστε σύννεφα
Που διψάμε για χώμα

Σε κάποιον άλλο χρόνο
Σε κάποιαν άλλη εποχή
Είμαστε νύχτες
Που διψάμε για φως

Σε κάποιο άλλο σώμα
Σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Είμαστε δάχτυλα
Που διψάμε.

Ψάχναμε τη θάλασσα

Είδα ένα όνειρο·
ήμασταν λέει -δεν ξέρω ποιοι-
σε δρόμους με πολυκατοικίες
και πιλοτές.
Ψάχναμε τη θάλασσα.
Κάποια στιγμή βρεθήκαμε
στο λιμάνι.
Ένας από μας πετούσε βότσαλα
-Σταμάτα, του είπαμε,
θα χτυπήσεις αυτούς που κολυμπάνε,
και βουτήξαμε στα γαλαζοπράσινα
βρόμικα νερά
με εκείνη τη διαρκή έννοια
που 'χουμε στον ύπνο μας
ότι κάνουμε κάτι
λάθος.
Μετά συνάντησα μια γυναίκα.
Κρατούσε τρία παιδιά
στην αγκαλιά της,
ένα βρέφος
και δύο νήπια
-δίδυμα.
Νομίζω ότι πέρασα
το μικρότερο για αγόρι 
-ή μήπως για μεγαλύτερο από τα δίδυμα;-
και καθώς κουβεντιάζαμε
είδαμε 
τα γυμνά πόδια μας
να είναι γεμάτα με πολύχρωμα
γυαλιστερά 
ορθογώνια
σκαθάρια
σαν πούλιες ή σαν παγιέτες.

Τινάζοντάς τα,
 αναληφθήκαμε.

Δακτυλοβράχος

Τυφλό σύστημα δεν έμαθα ποτέ

Τα γράμματα πάντα με τα μάτια τα πατούσα

Δεν ήξερα να συλλαβίζω στο σκοτάδι

Ίσως γιατί η νύχτα δεν είναι οθόνη

Ή χαρτί γραφομηχανής

Ίσως γιατί είναι δέρμα

Από ζώο παράξενο

Τρελό

Που κοιμάται μέχρι να το ξυπνήσει

Ένα βλέμμα.

Αντιπαθητικό

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που κάθεται εκεί
Απαντώντας
Ναι Καταλαβαίνω Έχεις δίκιο.
Ποτέ δεν λέει τι πιστεύει
Ποτέ δεν πιστεύει τι λέει

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που χαϊδεύεται
Ενώ θέλει να ουρλιάξει
Να δαγκώσει
Να ξεσκίσει
Λέξεις κι αισθήματα και φόβους

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που κρύβεται πίσω από άλλους
Που άλλοι πρέπει να μιλήσουν
Που άλλοι πρέπει να μη φοβηθούν
Που άλλοι πρέπει να φωνάξουν
Άλλοι, αλλού, άλλοτε, αλλιώς

Έχω ένα θέμα με την παθητική φωνή
Με τη φωνή που αποκρίνεται
Ξοδεύομαι αντί για Δίνω
Παιδεύομαι αντί για Φεύγω
Κρύβομαι αντί για Ορμώ
Φαίνομαι αντί για Ζω

Αναφορικές προφάσεις

Ερωτήσεις που δεν έχουν τεθεί
παραμονεύουν στις ρώγες
των δαχτύλων

Πρόσωπο που δεν λέει να φύγει
ανεξήγητα εδώ
αναπόφευκτα εκεί

Φωνή που δεν έχεις ακούσει
σε νυχτερινό παγκάκι
μιας βρόμικης πόλης

Χρώματα που δεν έχουν σβηστεί
Δεκέμβρηδες και Δευτέρες
από λευκές οθόνες

Φράσεις που δεν τηλεφωνούν
θυμούνται ή ξεχνούν
καλημέρες ανείπωτες.