Βαθιά μέσα στο Χώμα

Ο ΑΝemos, προτείνοντας σε μια σχετικά πρόσφατη ανάρτησή του την απεμπλοκή του Συνασπισμού από τον ΣΥΡΙΖΑ, δήλωνε ότι επρόκειτο για το πιο δύσκολο κείμενό του στα χρόνια που διατηρεί ιστολόγιο. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για το παρόν κείμενο. Ελπίζω μόνο να μη χρειαστεί να ακολουθήσει κάποιο δυσκολότερο πολύ σύντομα…

Από την ώρα που έχω πληροφορηθεί την ισχυρή πιθανότητα να βρεθεί ο Διονύσης Σαββόπουλος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα. Ένας από τους πρώτους που κατάλαβε την απάτη που λεγόταν Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, ο άνθρωπος που αρνήθηκε πάμπολλες φορές ανάλογες προτάσεις, που στεκόταν κριτικά λίγο ή πολύ, ακόμα και μέχρι πρόσφατα, απέναντι στην εξουσία, συζητά, λένε, την πλήρη μετατροπή του σε αυτά που χτυπούσε αλύπητα με τα τραγούδια του…

Δεν έχω αυταπάτες. Ο Σαββόπουλος είναι εδώ και καιρό κομμάτι του συστήματος. Θέλω όμως να εξακολουθήσω να πιστεύω ότι παραμένει τέτοιο με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Άλλο είναι να είσαι φίλος, ακόμα και κολλητός, του ΓΑΠ, κι αλλιώς να ξεφτιλίζεσαι έτσι. Τι έχει να κερδίσει στα 65 του με μια θέση στο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ; Ποια ματαιοδοξία μπορεί να τον ωθήσει τόσο μακριά από απόψεις που έχει εκφράσει τόσο μέσα από το έργο του όσο και με τον δημόσιο λόγο του;  Τι δουλειά έχεις Διονύση εκεί μέσα;

Πέσαν πολλά κάστρα τα τελευταία χρόνια… Εύχομαι αυτό να σταθεί όρθιο. Όχι επειδή κάτι τέτοιο θα άλλαζε πραγματικά την κατάσταση, αλλά γιατί το έχουμε ανάγκη έστω και σε συμβολικό επίπεδο…

Ανανέωση (21/09/09): «Ακούω αυτές τις μέρες ότι πάω για Βουλευτής Επικρατείας. Πρόκειται -σας βεβαιώ- για φήμη εντελώς ανυπόστατη. Ουδείς μου ζήτησε κάτι τέτοιο. Εξάλλου δεν θα μπορούσα να ανταποκριθώ – μολονότι θα ήταν τιμητικό για μένα – διότι έχω πολύ δουλειά μπροστά μου φέτος. Δράττομαι πάντως της ευκαιρίας να ευχηθώ στον Γιώργο Παπανδρέου καλή επιτυχία και αυτοδυναμία».

Με αυτή τη δήλωση ο Διονύσης Σαββόπουλος διέψευσε τις φήμες που αποτέλεσαν την αφορμή για αυτή την ανάρτηση και -έστω και σε συμβολικό επίπεδο- δεν καταβαραθρώθηκε -ακόμη- στην εκτίμησή μου. Το ζήτημα που γεννάται βέβαια είναι άλλο με βάση αυτές τις δηλώσεις: ή ο Σ. λέει την αλήθεια, οπότε κάποιοι έπαιξαν ένα περίεργο παιχνίδι με το όνομά του (όπως και με αυτό του Γαβρά) ή όντως του ζητήθηκε και αυτός δεν θέλησε να συμμετάσχει στο ψηφοδέλτιο, αλλά δεν το είπε για να μην εκθέσει τον ΓΑΠ δηλώνοντας ότι του αρνήθηκε.

Advertisements

Διονύσης & Θανάσης

ΜΑΓΕΙΑ…

Είναι κάποιες πολύτιμες στιγμές που τα λόγια, οι κριτικές, οι έπαινοι, οι γκρίνιες περιττεύουν. Απόψε ο παλιός και ο διάδοχος μας χάρισαν πολλές τέτοιες στιγμές. Τους ευχαριστώ πολύ…

Επιφάνεια

Η περιοχή Νέου Σιδηροδρομικού Σταθμού-Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να είναι για μένα, έναν κλασικό επαρχιώτη, μια χώρα ολόκληρη γεμάτη κινδύνους και μυστήρια -ιδίως όταν πέφτει το σκοτάδι. Ύποπτα μαγαζιά, σωροί σκουπιδιών, περίεργες φάτσες δημιουργούν ένα σκηνικό απωθητικό και ταυτόχρονα γοητευτικό -ένα μέρος από αυτά που λες ότι κάθε του εκατοστό γεννά μυθιστορήματα.

Σήμερα το απόγευμα μια υποχρέωση με έφερε στην Αισώπου (την παράλληλη της Μοναστηρίου από τη μεριά των Δικαστηρίων) την ώρα που ξεκινούσε ο ημιτελικός του κυπέλλου ανάμεσα στον Άρη και τον Ατρόμητο και ως γνήσιο σκουλήκι έψαξα να βρω που θα δω τον αγώνα. Κατέληξα στο μπουγατσατζίδικο απέναντι από τον ΟΤΕ. «Μπουγατσατζίδικο» μάλλον είναι μια από τις λειτουργίες του, καθώς οι δύο μεγάλες οθόνες, τα ράφια με τα βαριά οινοπνευματώδη και μερικοί πελάτες που έπιναν τις μπύρες σα νερό το καθιστούν -τουλάχιστον από το απόγευμα και μετά- μάλλον έναν λούμπεν «πολυχώρο», μια σύγχρονη (και πολύ πιο κιτς) εκδοχή της «υπόγειας ταβέρνας» των «Μοιραίων».

Πέρασα το πρώτο ημιχρόνιο έξω, με τρεις παρακμιακούς τύπους (ο ένας είχε το πρησμένο πρόσωπο και τη γδαρμένη φωνή του αλκοολικού σε προχωρημένο στάδιο) να συζητάν παραδίπλα για το Μακεδονικό μεταξύ μπύρας και μπουγάτσας και ταυτόχρονα να σχολιάζουν και τον αγώνα, που θύμιζε περισσότερο κλωτσοπατινάδα. Το ανοιξιάτικο αεράκι όμως άρχισε να γίνεται κρύος Βαρδάρης και έτσι στο ημίχρονο πέρασα μέσα στο μαγαζί.

Νέος σουρρεαλισμός εκεί: οι θαμώνες είχαν γυρίσει στον ΣΚΑΪ και έβλεπαν ένα ντοκιμαντέρ για τον χρυσαετό και τους πρασινοπίθηκους -νομίζω της Ν. Αφρικής- και για το πώς αλληλεπιδρούν αυτά τα είδη με το ανθρώπινο περιβάλλον. Αν κατάλαβα καλά και αν λάβω υπόψη μου και τους γονείς μου τα ντοκιμαντέρ -κυρίως λόγω του συγκεκριμένου σταθμού- γνωρίζουν νέες δόξες στις μέρες μας.

Και τότε είδα μπροστά μου ένα όραμα: έβλεπα τον Σαββόπουλο έτσι όπως ακριβώς θα είχε γίνει αν τα τραγούδια του δεν είχαν γνωρίσει επιτυχία, αν δεν είχε γνωρίσει την Άσπα και αν το είχε ρίξει στα ναρκωτικά και το ποτό. Ειλικρινά δεν υπερβάλλω: μόλις είχε μπει ένας γεράκος γύρω στα εβδομήντα με κάτι τεράστια κοκκάλινα γυαλιά σαν αυτά του Σαββό στο εξώφυλλο της Ρεζέρβας, καράφλα, μακριά και απεριποίητα μούσια και μαλλιά, μια καρώ καμπαρντίνα και ένα ή δύο σακάκια από κάτω, κορδόνια λυμένα, χέρια γεμάτα ρυτίδες και κατεστραμμένα νύχια αλλά και με ένα κατεργάρικα ερευνητικό βλέμμα. Με την πρώτη ματιά θα τον έλεγε κανείς τρωγλοδύτη ή ρακοσυλλέκτη, όμως εμένα κάτι μου θύμιζε επάνω του ξεπεσμένο καλλιτέχνη ή κάποιον από κείνους τους ζάμπλουτους εξηνταβελόνηδες που ζουν σε χαρτόκουτα.

Ήρθε και κάθισε στο απέναντι τραπέζι, ακριβώς κάτω από την τηλεόραση. Πήρε από το ψυγείο ένα γάλα και ένα γιαούρτι, ζήτησε με μια υπόκωφη φωνή τσάι και, μέχρι να έρθει, έβγαλε με τρεμάμενα χέρια από μια τσέπη του (μια από τις πολλές τσέπες του, όπως θα διαπίστωνα αργότερα) ένα στυλό και από μια άλλη τον Αγγελιοχώρο και άρχισε να τον μελετά, χωρίς όμως να σημειώνει τίποτα επάνω του.

Όταν έφτασε το τσάι, συνειδητοποίησα ότι ήταν θαμώνας, αφού του έφεραν δύο αχνιστά χάρτινα ποτήρια γεμάτα μέχρι τα αυτιά. Ήπιε μερικές γουλιές και άρχισε να χύνει τσάι από το ένα ποτήρι στο άλλο. Έπειτα από τα έγκατα των πανωφοριών του έβγαλε ένα γυάλινο μπουκάλι Κοκακόλας που είχε μέσα ένα διάφανο υγρό (δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι ήταν νερό), σφραγισμένο με το εργοστασιακό του καπάκι και άρχισε να χύνει το περιεχόμενό του στα δύο ποτήρια.

Περιττό να πω ότι με είχε μαγνητίσει η παρουσία του και μια κοιτούσα αυτόν και μια τον αγώνα. Τον έβλεπα να κάνει τις αβέβαιες κινήσεις του σαν ένας συνταξιούχος σαμάνος, σαν ένας εξόριστος προφήτης, σαν ένας σοφός που κατάλαβε τη ματαιότητα (ακόμα και) της σοφίας. Αναρωτιόμουν ποιος ήταν, έφτιαχνα γι’ αυτόν με το μυαλό μου το ένα ή το άλλο υποθετικό παρελθόν, έψαχνα υπαινιγμούς και στοιχεία επάνω του που θα μου έδιναν κι άλλες πληροφορίες γι’ αυτή την αρχετυπική μορφή.

Δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Έφυγα από το μπουγατσατζίδικο με τη ραγισμένη φωνή του, φτηνός χρησμός, κάλπικη σοφία, να ηχεί στ’ αυτιά μου: «Βλάκες δεν είναι αυτοί που κλωτσάνε τη μπάλα, βλάκες είστε εσείς που μαλώνετε γι’ αυτούς…»

Δεν Πετάω Τίποτα

Ένα κείμενο που θα ήθελα να έχω γράψει  εγώ. Με εξαίρεση τα επιμέρους γεγονότα τα οποία  δεν τα έχω ζήσει φυσικά ο ίδιος παρότι έχω ζήσει παρόμοια, περιγράφει επακριβώς και τη δική μου σχέση με το Σαββόπουλο.

Παππού σ’ ευχαριστώ!

Έντεκα Σαββόπουλοι

\

Στο εθιστικό blog του enteka ανέβηκε σήμερα η δική μου ενδεκάδα από τραγούδια του Σαββόπουλού μου. Όσοι πιστοί (και μη) προσέλθετε!

[Update: Μόλις διαπίστωσα ότι το παρόν ποστ είναι το ενδέκατο αυτού του μπλογκ…Κοίτα κάτι συμπτώσεις!]