Ένας Προφήτης, μα τι Προφήτης, ή ο Αρκάς κι εμείς

14064233_879804745489022_2076360365699353947_n

(Πρώτη δημοσίευση 08/09/2016, στο alterthess)

Όσα λένε οι χαρακτήρες ενός δημιουργού δεν εκφράζουν υποχρεωτικά όσα πιστεύει ο ίδιος (πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί θα πρέπει να μας νοιάζει τόσο, πολύ περισσότερο όταν ο δημιουργός κρύβει επιμελέστατα την ταυτότητά του για δεκαετίες).

Αυτή η αυτονόητη συνθήκη ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του Αρκά, που μας έχει συνηθίσει σε χαρακτήρες που διαρκώς αυτοσαρκάζονται και αυτοϋπονομεύονται (πχ. Ισοβίτης, Κόκορας, Σπουργίτι, Λουκρητία, η τριάδα από τη Ζωή Μετά). Φανταστείτε να παίρναμε τοις μετρητοίς όσα λέει στον πατέρα του το Σπουργίτι· ο απόλυτος οδηγός κωλοπαιδισμού! Ή να θεωρούσαμε ότι η αντίληψη της Λουκρητίας για το σεξ αποτελεί πρόταση του Αρκά για τη σεξουαλική μας ζωή.

Είναι λοιπόν συγκλονιστικά εντυπωσιακό το ότι, από όλους τους αντισυμβατικούς χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Αρκάς, ο πρώτος του οποίου οι αφορισμοί εκλαμβάνονται τόσο κυριολεκτικά, από θαυμαστές και επικριτές αντάμα, είναι ο πρόσφατος Προφήτης. Εκεί που ο Ισοβίτης δεν ήταν ποτέ πρότυπο ισοβίτη, ο Κόκορας ποτέ δεν μας παρουσιάστηκε ως ο ιδανικός άντρας του κοτετσιού, η Λουκρητία η καταλληλότερη γάτα συντροφιάς μιας γηραιάς κυρίας, το Σπουργίτι το ιδανικό τέκνο, ο Προφήτης αίφνης αναγορεύτηκε ως ο ορισμός του τέλειου προφήτη που κάθε του λέξη είναι θέσφατο. Ξαφνικά, τόσο η αυτοσαρκαστική παράδοση του δημιουργού, όσο και όλοι οι σχετικοί δείκτες αυτοϋπονόμευσης στα συγκεκριμένα στριπάκια, παραμερίζονται ένθεν κακείθεν, προκειμένου αυτά να γίνουν αντιληπτά ως ένα είδος πολιτικής παρακαταθήκης του Αρκά προς τον ελληνικό λαό, δημιουργώντας ταυτόχρονα φανατικούς όψιμους οπαδούς, που κάποτε δεν ασχολούνταν καν μαζί του, και ορκισμένους πλέον εχθρούς, που κάποτε έπιναν νερό στο όνομά του.

Τι εννοώ όμως με τους «δείκτες αυτοϋπονόμευσης»; Στη συγκεκριμένη σειρά σκίτσων βλέπουμε έναν ηλικιωμένο Προφήτη, έναν εκπρόσωπο δηλαδή μιας θρησκείας που την έχει σατιρίσει όσο δεν παίρνει ο Αρκάς με τη «βλάσφημη» Ζωή Μετά, να μιλάει σε ένα μάλλον καημένο ποίμνιο κυριολεκτικά από καθέδρας, και να λέει, συχνά με το δάχτυλο υψωμένο, πράγματα που μοιάζουν να αναφέρονται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά είναι ταυτόχρονα απολύτως κοινότοπα, αφού λέγονται από το «ακραίο κέντρο» (Σώτη, Θεοδωρόπουλο, Μανδραβέλη κτλ.) εδώ και έξι χρόνια –και από συντηρητικούς γέρους εδώ και 10.000 χρόνια.

Ο Προφήτης του Αρκά είναι ακριβώς αυτός ο «οργανικός» διανοούμενος που από την πρώτη σχεδόν στιγμή της κρίσης καταδέχθηκε να κατέβει από την απομόνωση του πνευματικού του ερημητηρίου για να κηρύξει στις απαίδευτες μάζες ότι φταίμε όλοι το ίδιο, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε, ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Και όλα αυτά στο όνομα κάποιου υποτιθέμενου αντιλαϊκισμού, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταμφιεσμένος λαϊκισμός, αφού χαϊδεύει τα αυτιά αυτών που βολεύονται στην αδράνεια, την πολιτική απραξία, αλλά και στην αποποίηση ευθυνών -όταν φταίνε όλοι, δεν φταίει κανείς· όταν όλοι αδικούν, δεν πειράζει να αδικώ κι εγώ.

Ο τρόπος λοιπόν που θα προσλάβουμε τα σκίτσα είναι ο τρόπος που προσλαμβάνουμε αυτόν τον τύπο διανοούμενου και από το πόσο θετικά ή αρνητικά διακείμενοι είμαστε απέναντί του, αλλά και απέναντι στους δείκτες που υπάρχουν μέσα στα σκίτσα. Έτσι για μένα όσα λέει ο Προφήτης είναι οι ανόητες κοινοτοπίες μιας καρικατούρας, ενώ για έναν πχ. Ποταμίσιο ή φιλελεύθερο αποτελούν κανονικότατο πολιτικό μπούσουλα. Στην πραγματικότητα, ο Προφήτης «προφητεύει» περισσότερα για το πώς διαβάζουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι, παρά για το πώς τον διαβάζει ο ίδιος ο Αρκάς.

Κι αν είμαστε σίγουροι για το πόσο δίκιο μπορεί να έχει ένας Προφήτης με άποψη επί παντός επιστητού, ας ξαναδιαβάσουμε -πιο υποψιασμένοι πια- τη γελοιογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο.

Advertisements

Πικάτσσου

Και ξαφνικά, κακός χαμός στη μπλογκόσφαιρα μετά από την αβανταδόρικη γκάφα του προϊστάμενου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης! Τι φιλιππικοί εναντίον του, τι χαρακτηρισμοί περί σκοταδισμού με τη μπάλα να παίρνει ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, τι κορόνες του στυλ «Ποιος είναι αυτός που θα αποφασίσει τι θα δουν τα παιδιά μας/ που θα κρίνει τον Πικάσσο», «από που κι ως που ο Πικάσσο πορνογράφος» (λες και ο προϊστάμενος μίλησε για πορνογραφία) και άλλα τέτοια γλαφυρά…

Μήπως να χαλαρώναμε λίγο; Δεν έχω καμιά διάθεση να υπερασπιστώ τον κύριο Ταπανίδη (αφήστε που γνωρίζοντας τις διαδικασίες τοποθέτησης σε μια θέση σαν και τη δική του θα είχα μάλλον κάθε λόγο να του τα χώνω). Προφανώς βέβαια ο τρόπος που χειρίστηκε το θέμα ήταν λανθασμένος και άκομψος, αλλά καλό θα ήταν να διαβάζουμε και πίσω από τις γραμμές της είδησης: δεν πήγε ο άνθρωπος να δει την έκθεση και μετά έβγαλε απαγορευτικό φιρμάνι (που στην πραγματικότητα δεν ήταν καν απαγορευτικό), αλλά δέχτηκε πιέσεις από γονείς, στις οποίες κακώς βέβαια ενέδωσε. Όποιος βρίσκεται στην εκπαίδευση ξέρει τι σημαίνει η φράση «πιέσεις γονέων», χωρίς να θέλω να αθωώσω τον κύριο Προϊστάμενο που λειτούργησε βιαστικά, σπασμωδικά και εντέλει αυτοϋπονομευτικά: δε συμβουλεύτηκε ειδικούς, δεν επικοινώνησε με το Υπουργείο, δεν πήρε ένα τηλέφωνο στους υπεύθυνους της έκθεσης, δε μίλησε με τους εκπαιδευτικούς που την είχαν ήδη επισκεφτεί.

Αν είχαν συμβεί κάποια από αυτά, ιδίως τα δύο τελευταία, θα είχε πληροφορηθεί ότι: «Υπάρχουν ορισμένα θέματα που είναι τολμηρά, αυτά όμως έχουν φροντίσει οι επιμελητές της έκθεσης και τα έχουν απομονώσει σε κάποιο ειδικό χώρο και όταν ξεναγούν παιδιά γυμνασίου αποφεύγουν να τους φέρουν σε επαφή με αυτά», και κάπου εκεί μάλλον θα τελείωνε η ιστορία. Το πολύ-πολύ, για να το παίξει και εξουσία, θα ζητούσε αυστηρά να μην έρθουν τα παιδιά σε καμία περίπτωση με τα «απομονωμένα» έργα.

Εσείς όμως, καλοί μου μπλογκεράδες, που βγήκατε να το παίξετε ειδικοί για το τι πρέπει ή δεν πρέπει να βλέπουν τα παιδιά, τι έχετε να πείτε για αυτή την απόφαση των ίδιων των υπευθύνων της έκθεσης να μη δείχνουν όλα τα έργα στους μαθητές των γυμνασίων που την επισκέπτονται; Κι αυτοί σκοταδιστές και λογοκριτές; Κι αυτοί δεν ξέρουν από Πικάσσο; Τα θεωρούν πορνογραφία τα έργα που απομόνωσαν;

Στην ουσία τώρα: προσωπικά θα σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να συνοδεύσω μαθητές των πρώτων τάξεων του γυμνασίου μπροστά σε έργα όπου λ.χ. απεικονίζονται γυμνές γυναίκες που ανοίγουν τα πόδια τους σε άντρες ή που έχουν εμφανή σεξουαλική θεματολογία. Όχι για να μη σκανδαλιστούν τα παιδιά, αλλά γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο να συγκρατήσω τα γέλια, τα χάχανα, τα υπονοούμενα και τα σόκιν σχόλια εκ μέρους αρκετών παιδιών. Έχω την αίσθηση δηλαδή ότι σήμερα, έχοντας υπόψη τη συγκεκριμένη κοινωνική αντίληψη περί σεξ, με την οποία μεγαλώνουν τα παιδιά, η όποια καλλιτεχνική διάσταση των έργων θα χανόταν και το ζουμί από τη θέαση τέτοιων έργων θα ήταν κάτι τέτοιο περίπου: «Είδαμε μια χοντρή που περίμενε να τη γαμήσουν»… Δεν αποκλείω βέβαια το γεγονός ότι συνάδελφοι των Καλλιτεχνικών θα μπορούσαν με κατάλληλη προεργασία να περιορίσουν τέτοιου είδους αντιδράσεις.

Και κάτι ακόμα: δεν είναι σοβαρό το επιχείρημα ότι ο προϊστάμενος ασχολήθηκε με την έκθεση και όχι με τον οχετό πορνογραφίας στην τηλεόραση, στα περίπτερα ή στο διαδίκτυο. Ο καθένας έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες και σκοπός του σχολείου είναι να ανεβάζει το επίπεδο των μαθητών και όχι να αναπαράγει το επίπεδο της κοινωνίας.