Ergo sum

Descartes_y_Spinoza4349.jpg

(πρώτη δημοσίευση 24/12/2017 στο greek cloud)

Σε απάντηση ενός κειμένου του Old Boy που το έγραψε σε συνέχεια μιας ανάρτησής του στο φμπ για τους στίχους του «Υπάρχω» (Πυθαγόρας), λίγες επιπλέον σκέψεις, οι οποίες επιδιώκουν να φωτίσουν από μια διαφορετική σκοπιά τους στίχους αυτού του εμβληματικού, σε κάθε περίπτωση, τραγουδιού, εξετάζοντας τους έξω μεν από τη μυθολογία και τους βιογραφισμούς των καζαντζιδικών συμφραζομένων τους, μέσα όμως στο πλαίσιο των συμφραζομένων που δημιουργούν οι ίδιοι.

Όπως πολύ σωστά το θέτει ο Old Boy, στο «Υπάρχω» μιλά  ένας πληγωμένος άνθρωπος που τον έχει χωρίσει το ταίρι του. Και τι λέει; Ότι ένα φάντασμα θα πλανιέται διαρκώς πάνω από τη ζωή της, το φάντασμα του ίδιου (για τον Old Boy πρόκειται ξεκάθαρα για το φάντασμα του εγωκεντρισμού). Ό,τι και να κάνει εκείνη, ο Υπάρχος λέει ότι θα είναι εκεί, ενοχλητικά παρών και τα πάντα χαλών.

Αν όμως είναι ξεκάθαρο το τι λέει ο Υπάρχος, δεν συμβαίνει το ίδιο ούτε με το σε ποιον το λέει ούτε με το πότε το λέει. Ναι, προφανώς το β΄ ενικό δεν θα έπρεπε να αφήνει αμφιβολίες ότι απευθύνεται σε εκείνη, αλλά το γεγονός ότι βαδίζουν σε δρόμους χωριστούς ή ότι τη διαβεβαιώνει πως θα είναι μια ζωή σκλάβα του δεν μας επιτρέπει να πιθανολογήσουμε ότι την έχει μπροστά του -ή, έστω, ότι της τα γράφει σε γράμμα. Εκτός από μία περίπτωση· να αποτελούν απάντηση σε ένα «Δεν υπάρχεις πια για μένα, σε σβήνω από τη ζωή μου» που του λέει κατάμουτρα η άλλη. Τότε λοιπόν τα λόγια αυτά μπορούν να γίνουν αντιληπτά όχι ως δείγμα αλαζονείας του Υπάρχου, αλλά ως μια οντολογική υπενθύμιση της σπινοζικής αντίληψης ότι είμαστε το αποτέλεσμα κάθε εμπειρίας και αλληλεπίδρασής μας με το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω μας. Εξάλλου, όπως λένε και κάποιοι άλλοι μελοποιημένοι στίχοι, «ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να έχει υπάρξει». Ο αλαζόνας σε αυτή την περίπτωση μόνο ο Υπάρχος δεν είναι.

Ευκολότερα βέβαια μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Υπάρχος μονολογεί πάνω από ένα μπουκάλι του αγαπημένου του ποτού ή μπροστά σε μια φωτογραφία της. Και κάθε μονόλογος ξέρουμε όλοι ότι είναι στην πραγματικότητα ένας διάλογος με τον εαυτό μας, εξού και το β΄ ενικό. Αν μάλιστα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε χρονικά πότε ακριβώς εκτυλίσσεται αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, τότε μπορούμε να διακρίνουμε δύο πιθανές ερμηνείες του.

Στην πρώτη περίπτωση, τα λόγια αυτά ακούγονται όταν ο χωρισμός είναι ακόμη φρέσκος και μπορούν να ερμηνευτούν ως παρηγοριά και ευχή (και, αν επιμένουμε ότι απευθύνονται στην άλλη, απειλή)· αφού θα με βλέπει, νιώθει, θυμάται παντού, αλλά θα (της) λείπω ως σωματική παρουσία, θα αντιληφθεί το λάθος της και τελικά θα γυρίσει. Παρηγοριά στον άρρωστο (εαυτό) δηλαδή και  να ‘χαμε να λέγαμε.

Στη δεύτερη, ο καιρός όλο και περνάει (εξάλλου τα υπαρκτικά ρήματα όταν βρίσκονται στον ενεστώτα υπαινίσσονται αιώνια ισχύ) και εκείνη φυσικά δεν επιστρέφει στην αγκαλιά του Υπάρχου. Τότε το «Υπάρχω» ακούγεται ως «Υπήρξα» και δηλώνει το μετασχηματισμό του καρτεσιανού αφορισμού σε «Με σκέφτονται, άρα υπάρχω». Είμαστε το αποτύπωμά μας στη σκέψη των άλλων, είμαστε αναμνήσεις στο μυαλό τους, είμαστε το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρά τους.

Ο Old Boy ισχυρίζεται ότι ο εγωκεντρισμός του Υπάρχου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι «[δ]εν μαθαίνουμε οτιδήποτε για τη γυναίκα που ερωτεύτηκε, δεν μαθαίνουμε μισή λέξη για το γέλιο της, το πρόσωπό της, τα μαλλιά της, τα μάτια της, κάτι της.»/ Το ίδιο όμως ακριβώς συμβαίνει και με τον Υπάρχο· δεν μας λέει τίποτα από όλα αυτά ούτε για τον ίδιο. Υποψιάζομαι ότι αυτό συμβαίνει όχι επειδή η αξία του είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη, αλλά επειδή ο ίδιος θεωρεί πως σημαντικός υπήρξε μόνο επειδή εκείνη τον αντιλήφθηκε ως τέτοιο, περίπου όπως η Πολυδούρη λέει «Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες» (λίγο καιρό αφότου ο Καρυωτάκης είχε γράψει ««υπάρχω;», λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»»). Ο, υπαρκτός προφανώς, εγωκεντρισμός του Υπάρχου έχει στην πραγματικότητα το κέντρο του έξω από αυτόν. Το αμάρτημά του είναι ότι θεωρεί πως ξέρει καλύτερα από την άλλη, ότι διαβάζει την ψυχή της, ότι βλέπει αυτό που δεν είδε εκείνη. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός σε αποκλείει αυτομάτως ως ερωτική πιθανότητα.

Φυσικά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την πιθανότητα όλο το τραγούδι να μπορεί να ερμηνευτεί ειρωνικά, ως ένα κυνικό «Ναι, καλά…» απέναντι στον καθένα που ισχυρίζεται ότι ισχύουν απολύτως κυριολεκτικά για την δική του περίπτωση χωρισμού οι εξωφρενικές απιθανότητες των στίχων του. Όπως και να ‘χει όμως, τα τραγούδια υπάρχουν όσο υπάρχουμε και καμιά ερμηνεία τους δεν είναι και αρχή και φινάλε.

ΥΓ. Περίπου την ίδια ώρα που έγραφα τις παραπάνω γραμμές, ο Μανόλης Σαββίδης αναρτούσε στο greek cloud το δικό του κείμενο με αφορμή την ανάρτηση του Old Boy για το «Υπάρχω».

Advertisements

Άγγελος Εξάγγελος

savopoulos-to-perivoli-2

(Πρώτη δημοσίευση 14/10/16 στο greek cloud)

Μπομπ Ντίλαν δεν έχω ακούσει και πολύ πέρα από τα 10-15 πασίγνωστα κομμάτια του, τα Νόμπελ Λογοτεχνίας και Ειρήνης δεν μου λένε σχεδόν τίποτα (ούτε τα άλλα μου λένε, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχω τις αντίστοιχες γνώσεις στις σχετικές επιστήμες), η βράβευση όμως του Ντίλαν από τη σουηδική ακαδημία αποτέλεσε αληθινή αποκάλυψη για μένα· πριν από αυτή δεν ήξερα πόσο πολλοί θεωρητικοί της λογοτεχνίας ζουν ανάμεσά μας και περιμένουν υπομονετικά κάτι τέτοιες στιγμές για να αναδειχθούν.
Από την ώρα λοιπόν που έγινε γνωστή η είδηση, όλοι αυτοί οι παραγνωρισμένοι ακαδημαϊκοί κηρύττουν, ορμώμενοι προφανώς από τις μακρές και επιστημονικές αναζητήσεις τους στο χώρο της γραμματολογίας και των λογοτεχνικών ειδών, ότι τα στιχάκια των τραγουδιών δεν είναι λογοτεχνία, ότι είναι απόλυτα συνυφασμένα με τη μουσική, ότι άλλο στιχουργική και άλλο ποίηση και διάφορα άλλα τέτοια εμβριθή, που διατυπώνονται μάλιστα σε ύφος «όπως-ξέρουμε-όλοι».
Από την άλλη μεριά, ο νεοελληνιστής φιλόλογος Γιώργος Βελουδής, καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και των Ιωαννίνων, έγραφε το 1994 στηΓραμματολογία του:
«…Παρά το διαζύγιο της έντεχνης ποίησης από τη μουσική, η πανάρχαιη σύζευξη των δύο αυτών αδελφών τεχνών δε θα επιβιώσει μόνο, και στον αιώνα μας, στο παραδοσιακό δημοτικολαϊκό τραγούδι σ’ όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, ακόμα και στις πιο εκβιομηχανισμένες ανάμεσά τους (Ιρλανδία, Λατινική και Βόρεια Αμερική). Η συνύπαρξη στο ίδιο το πρόσωπο του ποιητή, του συνθέτη και, πολύ συχνά, του εκτελεστή θα ξαναβρεί στον αιώνα μας την ανανεωμένη δικαίωσή της, μετά τα σποραδικά προανακρούσματά της με το νέο Brecht, μερικούς αξιόλογους εκπροσώπους, μοντέρνους τροβαδούρους, ιδιαίτερα για την ποιητική/λυρική συνέκφραση (Popsong/Protestsong) των αντιαυταρχικών, όχι μόνο φοιτητικών, κινημάτων στη δεκαετία του 1960 (Beatles, Bob Dylan, Joan Baez, Leonard Cohen, Wolf Biermann κ.α.). Μια επιστημονική και όχι κανονιστική γραμματολογία είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει και αυτά, αλλά και τ’ αναρίθμητα εκείνα δείγματα του σύγχρονου μαζικού, λαϊκού ή ψευτολαϊκού, λογοτεχνικού ή παραλογοτεχνικού τραγουδιού στην ιστορία και τη θεωρία της λυρικής ποίησης. Η ενδεχόμενη εφαρμογή ποιοτικών-αξιολογικών κριτηρίων στον τομέα θα ήταν ενέργεια εντελώς ανιστόρητη και θα οδηγούσε, οπωσδήποτε, στον αποκλεισμό από τη γραμματολογική και ποιητολογική έρευνα όχι μόνο ένός μέρους της παραδοσιακής δημοτικολαϊκής, αλλά κ’ ενός μεγαλύτερου τμήματος της -νεότερης ή παλαιότερης, παραδοσιακής ή μοντέρνας- έντεχνης ποίησης«. [Η έμφαση δική μου]
Θεωρητικούρες, θα μου πείτε. Έχουμε διαβάσει όλοι λογοτεχνία αφού.

Περί «λαϊκού» τραγουδιού

Σχόλιο σε συζήτηση στο Facebook με θέμα «τι εννοούμε όταν λέμε σήμερα «λαϊκό» και κατ’ επέκταση τι είναι λαϊκό τραγούδι, λαϊκός τραγουδιστής κλπ.»

Η όποια συζήτηση πρέπει να λάβει υπόψη της τρία πράγματα:

α) αυτό που λέει ο Σραόσα, ότι δλδ σήμερα, παρά τις διακηρύξεις περί ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας που την καταναλώνουν όλοι, κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει· σκεφτείτε μόνο πόσοι (όχι αναχωρητές ή ερημίτες) μπορούν να δηλώσουν πλέον, χωρίς να μας φαίνεται περίεργο, ότι δεν γνωρίζουν τον Παντελίδη ή τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ή τους Lost Bodies ή τους Rotten Christ ή τη Γωγώ Τσαμπά -κάποτε ήξεραν όλοι τον Τσιτσάνη, ακόμη κι αν άκουγαν Poll, ή τον Σαββόπουλο, ακόμη κι αν άκουγαν Χρηστάκη, ή τον Καφάση, ακόμη κι αν άκουγαν Χατζιδάκι.

β) ο όρος «λαϊκό τραγούδι» ξεκίνησε ως περιγραφικός όρος για να περιγράψει το τραγούδι, που παρότι πατούσε στο ρεμπέτικο, είχε εξευγενιστεί στιχουργικά και μουσικά τόσο ώστε να μπορεί να τραγουδιέται και να ακούγεται από ευρύτερα λαϊκά στρώματα, απέκτησε στη συνέχεια, με την εμφάνιση Χατζιδάκι και Θεοδωράκη ένα παρακλάδι ή ξαδερφάκι, το έντεχνο λαϊκό, και εξελίχθηκε, αριστεράς βοηθούσης, σε αξιολογικό όρο που επιφυλασσόταν στα τραγούδια που θεωρούνταν ότι συνέχιζαν ποιοτικά τη μουσική κληρονομιά των δύο ειδών που προανέφερα, ΚΑΙ χρησιμοποιούσαν μπουζούκι.

γ) Το να ταυτίζουμε το λαϊκό με την ποπ (ή ακόμη χειρότερα, με τη φολκ) όχι μόνο συσκοτίζει τα πράγματα, αλλά τα μπερδεύει ακόμη περισσότερο· αν το pop συνδέεται με τη δημοφιλία (popular), τότε οι Μπιτλς, o Σινάτρα, ο Έλβις, ο Νταλάρας, ο Καζαντζίδης, ο Μότσαρτ, ο Μπάουι, οι Μπι-Τζίς, η Μαντόνα, η Χάρις Αλεξίου, η Βίσση και πάει λέγοντας, είναι ποπ. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι, αν ο όρος δεν συσχετίζεται με κάποιο συγκεκριμένο ήχο, χάνει κάθε μουσική σημασία και αχρηστεύεται.

Τούτων δοθέντων, ο όρος «λαϊκό τραγούδι» για τραγούδια που κυκλοφορούν τα τελευταία 20-25 περίπου χρόνια είναι μάλλον αυθαίρετος και άκυρος, με εξαίρεση σπάνιες περιπτώσεις όπου συμπίπτουν όλα τα παραπάνω (μουσική συνέχεια, μπουζούκι, καθολική δημοφιλία κοκ.), όπως τη «Ρόζα», την «Πριγκιπέσσα» και παρόμοια.

«…να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα»

Έφτασα στο Σάρωθρον την ώρα που ακουγόταν το «Πάντα γελαστοί». Μόνο που δεν ακουγόταν από τα ηχεία του μαγαζιού, αλλά από δεκάδες στόματα θαμώνων που είχαν μαζευτεί από νωρίς εκεί για το προγραμματισμένο κυριακάτικο αφιέρωμα στο Μητροπάνο. Ήταν κάπως ανατριχιαστικό -με την καλή έννοια- να βλέπω αυτό τον κοινωνικό αχταρμά (φοιτήτριες, νεαρά ζευγάρια, ξανθιές που θα νόμιζες ότι ακούν μόνο Παντελίδη, τρέντηδες και τριαντάρηδες, μουσάτοι κουλτουριάρηδες και λαϊκοί τύποι, πενηντάρηδες με κοιλίτσα και ακριβά ρούχα) να τραγουδούν -να τραγουδάμε, για να ακριβολογώ, αφού μπήκα κι εγώ στο χορό αμέσως- με μια φωνή όχι μόνο το συγκεκριμένο τραγούδι, αλλά σχεδόν όλα τα τραγούδια που πρόλαβα να ακούσω στη μιάμιση ώρα που ήμουν εκεί. Σε κάποια μάλιστα ο κόσμος χειροκροτούσε όταν τελείωναν, ενώ άλλα τα ζητούσε ξανά και ξανά (το «Πατησίων και Παραμυθιού γωνία» πρόλαβα να το ακούσω τρεις φορές).

Έφυγα γύρω στις 02:30 και ακόμη ερχόταν κόσμος. Το πρόγραμμα θα τελείωνε με το χάραμα. Και καθώς περπατούσα στα υγρά στενά των Άνω Λαδάδικων αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που βρίσκουν στον Μητροπάνο τόσοι τελείως ετερόκλητοι άνθρωποι. Γιατί αγαπάνε όλα αυτά τα συχνά διαφορετικού ύφους και ήθους τραγούδια που άκουσαν, ακούν και θα συνεχίσουν να ακούν από τη φωνή του. Τι είναι λαϊκός τραγουδιστής τελικά…

Δεν μπορώ ακόμη να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Το μόνο που σκέφτηκα μόλις τώρα είναι ότι αν κάτι ενώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι μονάχα η αγάπη τους για τη φωνή και τα τραγούδια του Μητροπάνου. Και σε μια εποχή κατακερματισμένη, στην οποία κυριαρχεί το να ακούει ο καθένας «τα δικά του», χωρίς συχνά να δίνει δεκάρα για το τι ακούει ο διπλανός του, το να γίνεται μια φωνή ο τόπος και ο χρόνος όπου συναντιόμαστε όλοι εμείς δεν είναι και λίγο. Κι ο Μητροπάνος, όπως και ο Παπάζογλου με τον οποίο συμπτωματικά πέθαναν την ίδια μέρα με διαφορά ενός χρόνου, είναι μια από αυτές τις φωνές. Άλλες φωνές υπήρξαν ποτάμια, μεγάλα και τρανά, χωρίς αμφιβολία, και άλλες, όπως η δική του, γέφυρες. Γέφυρες πάνω στις οποίες στεκόμαστε συχνά άγνωστοι μεταξύ μας και τραγουδάμε, σαν να στέλνουμε ο ένας στον άλλο σινιάλα σε μια μυστική γλώσσα, τον «Χιονάνθρωπο» ή το «Κιφ» ή τη «Ρόζα» ή τις «Θάλασσες.»

Μέσα σε μια νύχτα αλλάζει η ζωή

2013-09-09 23.05.50Δεν θυμάμαι να έχω δει πολλές φορές πιο ευτυχισμένους ανθρώπους από τη Μελίνα Κανά στη χθεσινή συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου και της ορχήστρας του χθες βράδυ στο Φράγμα της Θέρμης. Το χαμόγελο και η συγκίνησή της πραγματικά ξεχείλιζαν και η φωνή της ήταν ακριβώς όπως παλιά. Να ‘ναι καλά το Μελινάκι και της εύχομαι να ξαναβρήκε το δρόμο της για τα καλά.

Ζηλεύουν τα πουλιά.

Κατεστάλη έγκαιρα νέα εξέγερση παράνομων μεταναστών στον Έβρο
Η άμεση επέμβαση μονάδων των ΜΑΤ στο κέντρο κράτησης παράνομων μεταναστών του Φυλακίου Έβρου αποδείχθηκε κρίσιμης σημασίας, προκειμένου να μην κλιμακωθεί η ένταση.

Οι κρατούμενοι στο συγκεκριμένο χώρο άρχισαν το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης να προκαλούν φθορές στους χώρους ενδιαίτησης και να πετούν υλικά στους αστυνομικούς που βρίσκονταν σε υπηρεσία.
Αμέσως επενέβησαν δυνάμεις των ΜΑΤ οι οποίες και πέτυχαν την γρήγορη εκτόνωση της κατάστασης.
Ετσι, δεν επαναλήφθηκε η κλιμάκωση της βίας όπως στο αντίστοιχο κέντρο της Κομοτηνής. Τότε, οι καταστροφές ήταν εκτεταμένες ενώ είχαν τραυματιστεί και δύο αστυνομικοί.
Οι κρατούμενοι μετανάστες διαμαρτύρονται για την παράταση του χρόνου κράτησής τους, που ξεπερνά τους 5 μήνες, μετά και την αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας κράτησής τους.
Οκτώ εξ’ αυτών συνελήφθησαν ως υπαίτιοι των κινητοποιήσεων, όπως αναφέρει το thrakitoday.

«Κατεστάλη,» όπως λέμε «κατεστάλη ο πονοκέφαλος.»

«έγκαιρα,» γιατί εγώ, ο/η δημοσιογράφος, που [δεν] υπογράφω αυτό το άρθρο τρέμω στη σκέψη της μη έγκαιρης καταστολής μιας εξέγερσης έγκλειστων ανθρώπων που έκαναν το μεγάλο έγκλημα να μπουν στη χώρα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα.

«παράνομων μεταναστών,» αφού πρέπει να το χωνέψουμε πως το να μεταναστεύεις είναι παράνομο.

«άμεση επέμβαση μονάδων των ΜΑΤ στο κέντρο κράτησης, πέτυχαν τη γρήγορη εκτόνωση της κατάστασης» -πώς να επεμβαίνει άραγε μια μονάδα ΜΑΤ σε έναν κλειστό χώρο για να εκτονώσει μια κατάσταση;

«φθορές στους χώρους ενδιαίτησης,» οποία αχαριστία.

«υλικά στους αστυνομικούς,» τι είδους υλικά άραγε; Υλικά ονείρων;

«Έτσι, δεν επαναλήφθηκε η κλιμάκωση της βίας,» όπου η κλιμάκωση της βίας θεωρείται περίπου νομοτελειακή και το Minority Report πλησιάζει λίγο ακόμη.

«Οι κρατούμενοι μετανάστες διαμαρτύρονται για…» και αφού είπαμε τι δεν πρόλαβαν να κάνουν οι «κρατούμενοι» και τι καλά παιδιά που είναι τα ΜΑΤ, ας πούμε και γιατί διαμαρτύρονται -χωρίς κανένα «έγκαιρα» ή ευτυχώς» φυσικά.

«Οκτώ εξ’ (sic!) αυτών συνελήφθησαν ως υπαίτιοι των κινητοποιήσεων,» γιατί πάντα κάποιοι είναι υποκινητές και υπαίτιοι και παρασέρνουν τους άλλους. Ποια συλλογικότητα και κοινός αγώνας; Εδώ έχουμε 8 (οκτώ) υπαίτιους.