Η θηλιά και το πηγάδι

Έδεσε μια θηλιά στο λαιμό της και προσπάθησε να κρεμαστεί από το πηγάδι, ωστόσο το σκοινί δεν άντεξε το βάρος της 75χρονης με αποτέλεσμα να κοπεί και η γυναίκα να πέσει στο βάθους 12 μέτρων πηγάδι.

Να έχεις αποφασίσει το απονενοημένο. Να κρέμεσαι πάνω από το αναπόφευκτο. Να αιωρείσαι ψάχνοντας μια περίεργη ελευθερία. Και το βάρος σου (που δεν μετριέται μόνο σε κιλά, αλλά και σε ενοχές, τύψεις, παλιές αμαρτίες, ξεχασμένες χαρές και επίμονες αναμνήσεις αναμνήσεων) να σε προδίδει παίρνοντας την τελευταία του πρωτοβουλία. Είναι όλα εντάξει, όταν το τέλος που διάλεξες, έρχεται με έναν τρόπο που δεν διάλεξες, την ώρα που είχες βάλει μπρος τον τρόπο που διάλεξες για το τέλος σου; Το Catch-22 σε νέες περιπέτειες.

Advertisements

Ανασφαλήτης

Ήτανε δύο. Τους είδε πολλές φορές να κοιτάζουν με απάθεια τον κόσμο να μαζεύεται. Άλλες φορές του χαμογελούσαν δείχνοντας κάτι δόντια σάπια απ’ τα χαμόγελα σε ανωτέρους. Απ’ τα στήθια τους άκουσε ασύρματους να μουρμουρίζουν οδηγίες. Ο ένας ψηλός με κοτσίδα και σπυράκια μιας όψιμης εφηβείας και ο άλλος ένας κοντόχοντρος μουσάτος. Αυτό που του έκανε εντύπωση κάθε φορά που τους έπαιρνε χαμπάρι ήταν ότι έμοιαζαν να φοράνε μαύρα γυαλιά και λαδί λερωμένη καμπαρντίνα ακόμη κι όταν ήταν καλοκαιρινή νύχτα. Βέβαια, τους προσπερνούσε πάντα χωρίς δεύτερη ματιά -δεν ήταν από φόβο, αλλά για να τους δείξει πώς δεν τους φοβάται. Εξάλλου πάντα ήταν μπροστάρης στο κίνημα: πρώτος στις πορείες, στις απεργίες, στις κινητοποιήσεις, στις καταλήψεις.

Εκείνο το βράδυ που έφυγε από τη συνέλευση στο γνωστό στέκι θέλησε να περπατήσει στα στενά του κέντρου που τόσο αγαπούσε -το έκανε συχνά. Έβρισκε, έλεγε, ηρεμία και νοσταλγία στις μυρωδιές των κλειστών μαγαζιών. Έτσι κι αυτή τη νύχτα τριγυρνούσε άσκοπα μέχρι που στρίβοντας σε μια γωνία έπεσε κυριολεκτικά επάνω τους. 

Τους κοίταξε, μουρμούρησε ένα μηχανικό «συγγνώμη» και θέλησε να αλλάξει πεζοδρόμιο. Δεν το έκανε αρκετά γρήγορα όμως γιατί πρόλαβε να δει τα πρόσωπά τους να φωτίζονται από ένα φως που το είχε δει μονάχα σε αυτά των συντρόφων του κάθε φορά που συναντιόνταν ξανά μετά από καιρό. 

Το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν χάσει τα λογικά του -τον μάζεψαν την επόμενη μέρα γυμνό σε ένα πάρκο να επαναλαμβάνει «όχι, όχι» σαν χαλασμένο παιχνίδι- ήταν ένα χαρούμενο «Καλησπέρα συνάδελφε!» από εκείνους τους δύο, τον ψηλό με την κοτσίδα και τον κοντόχοντρο μουσάτο.

Α-λυσ-είδα

«Η αδυναμία της περίπτωσής μου είναι ότι μπορώ να ζητήσω συχώρεση μόνο αν αποκαλύψω σε ποιο στενορύμι είχα βρεθεί. Αλλά αυτό με τη σειρά του ήταν το αποτέλεσμα της δικιάς μου τρέλας και της δικιάς μου αμαρτίας. Κι έτσι ζητάω επιείκεια για ένα λάθος αποκαλύπτοντας λάθη προηγούμενα. Κια πίσω απ’ αυτά υπάρχουνε άλλα λάθη. Είναι μια αλυσίδα στην οποία δε βλέπω τέλος, φτάνει μέχρι την κοιλιά της μάνας μου.»

Barry Unsworth, Θρησκευτικό Δράμα, σελ. 29, (μερακλίδικη) μετάφραση Μαρία Τσάτσου

A Book not Read

Άλλοι φρικάρουν βλέποντας στα νεκροταφεία ταφόπλακες με ηλικίες κάτω από αυτή που θεωρούν οι ίδιοι παραδεκτή για να αφήσει κανείς τη ζωή, άλλοι ανατριχιάζουν μέχρι το μεδούλι αν τους ζητηθεί να κοιμηθούν σε κρεβάτι όπου πέθανε κάποιος, και μερικοί δεν αντέχουν να βλέπουν φωτογραφίες νεκρών. Για να πω την αλήθεια, όλα αυτά μάλλον δε με σοκάρουν. Βρέθηκα όμως πρόσφατα μπροστά στη βιβλιοθήκη μιας καλλιεργημένης, άγνωστης σε μένα, γυναίκας που είχε πεθάνει πρόσφατα και, καθώς γέμιζα κούτες με τα βιβλία που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής της, αγγελοκρούστηκα τόσο που ακόμη και τώρα τα όσα με άγγιξαν εκείνες τις στιγμές τριγυρνούν στο μυαλό μου σαν ξεφτισμένος εφιάλτης.

Πόσες στιγμές πέρασε με τα βιβλία αυτά; Πόσα πράγματα σκέφτηκε αναλογιζόμενη όσα είχε διαβάσει μόλις; Πόσα συναισθήματα ένιωσε κλείνοντας τα μάτια της μπροστά σε προτάσεις και παραγράφους που μιλούσαν στην καρδιά της; Πού πήγαν όλες αυτές οι γνώσεις που γέμισαν το νου της όλα αυτά τα χρόνια; Πρόλαβε άραγε να διαβάσει αυτό το ολοκαίνουριο μυθιστόρημα που έχει ακόμη επάνω το αυτοκόλλητο της προσφοράς του βιβλιοπωλείου; Κι ο «Πίνακας της Φλάνδρας» που έχει σελιδοδείκτη λίγο πριν τη μέση, δεν της άρεσε και τον παράτησε ή απλώς ήταν το τελευταίο που διάβαζε; Ποια ήταν τα αγαπημένα της; Ποια ήταν;

Υπάρχουν χίλιοι λόγοι για να μας τρομάζει ο θάνατος. Άραγε το ότι μας κάνει να δούμε πόσο μάταια είναι όλα τελικά, είναι ένας από αυτούς;

All you Need is Laugh

Όταν κάποιο αγόρι που επέζησε από ένα τσουνάμι σε ένα νησί του Ειρηνικού και ένα κορίτσι της αγγλικής αριστοκρατίας κάθονται στην άμμο για να μοιραστούν τη σούπα που έφτιαξαν, συμβαίνουν μαγικά πράγματα:

«And it was… funny, mostly because they both had to blow on the soup to get it cool, and she seemed very surprised that he spat out fish bones into the fire while she very carefully coughed them into a piece of frilly cloth that was very nearly stiff with salt and sand. One of them started giggling, or maybe it was both of them at the same time and then he was laughing so much he couldn’t spit the next bone at all and, instead, coughed it out into his hand with the same little noise she had made, which was «uh-pur», which made her nearly choke. But she managed to stop laughing long enough to try and spit out a bone, which she couldn’t get the hang of at all.

They didn’t know why these things were funny. Sometimes you laugh because you ‘ve got no more room for crying. Sometimes you laugh because table manners on a beach are funny. And sometimes you laugh because you ‘re alive, when you really shouldn’t be.»

Nation, Terry Pratchett, pp. 96-97