Όνειρο Θερινού Μεσημεριού

Κάτι οι μπύρες, κάτι οι μπάμιες που έφαγα το μεσημέρι, κάτι το ότι είχα να κοιμηθώ πολύ καιρό στο πατρικό μου σπίτι, είδα πριν λίγο ένα όνειρο απ’ αυτά που σε εντυπωσιάζουν με τη λεπτομέρεια αλλά και το συμβολισμό τους:

Είχα έρθει από Ελλάδα και συναντηθήκαμε έξω από το Βρετανικό Μουσείο αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο. Μας έμενε άλλη μια ώρα μέχρι να κλείσει και με παρότρυνες να μπω και να δω τουλάχιστον την αίθουσα με τα γλυπτά του Παρθενώνα. Μπήκαμε μέσα και στην είσοδο κόντεψα να πέσω. Κράτησα την ισορροπία μου ακουμπώντας στο φαρδύ μέτωπο μιας μαρμάρινης προτομής που βρισκόταν δίπλα μου και το βλέμμα μου πήρε έναν υπάλληλο του μουσείου (έγχρωμος, με ξυρισμένο κεφάλι) να με κοιτάζει αποδοκιμαστικά.

Ξεκινήσαμε από μια αίθουσα στην οποία υπήρχε η αναπαράσταση ενός ισπανικού χωριού με χρωματιστές προσόψεις και λίγο πιο πέρα υπήρχαν μαγαζάκια (μέσα στην αίθουσα) όπου μπορούσε κανείς να παραγγείλει ισπανικό φαγητό. Παραγγείλαμε κάτι από ένα και λίγο πιο πέρα βρέθηκα να ετοιμάζω κι εγώ ένα φαγητό σε έναν πάγκο ψιλοκόβοντας στήθος κοτόπουλο και λαχανικά που τα έριχνα σε μια μεγάλη κατσαρόλα με νερό, ενώ εσύ περίμενες να ετοιμαστεί η παραγγελία μας.

Κάποια στιγμή ήρθε ένας υπάλληλος του μουσείου και μας είπε ότι το μουσείο θα έκλεινε σε 5 λεπτά. Πήρες την παραγγελία μας  (κάτι με φασόλια) και συμφωνήσαμε να τελειώσουμε το μαγείρεμα στο σπίτι. Μπήκαμε στο αμάξι, αλλά στο δρόμο χρειάστηκε να βγεις για να πάρεις κάτι. Βγήκα κι εγώ και τότε το αυτοκίνητο, ένα κρεμ Lancia Y, άρχισε να κινείται μόνο του και αρχίσαμε να το κυνηγάμε, πρώτα εγώ και μετά κι εσύ που εμφανίστηκες πίσω μου. Το αμάξι απέφευγε ως δια μαγείας τη σύγκρουση τόσο με άλλα αυτοκίνητα όσο και με τους τοίχους των σπιτιών στο χωριό όπου είχε μεταφερθεί το σκηνικό του ονείρου, ώσπου, ακολουθώντας μια παράξενη λογική, άρχισε να στρίβει αριστερά σε κάθε σταυροδρόμι. Του έστησα καρτέρι, υπολογίζοντας που θα βρεθεί, το σταμάτησα με τα χέρια, μπήκες μέσα και φύγαμε.

Έξ-υπνος

Τάιζε τη νύχτα του με κάτι όνειρα λειψά, ακρωτηριασμένα. Από άλλα έλειπε η αρχή, από άλλα το χρώμα και από κάποια -τα πιο πεινασμένα- ο εαυτός του. Στο προσκεφάλι του έβαζε κάθε βράδυ ένα αύριο, αλλά ποτέ δεν ήταν εκεί την άλλη μέρα. Ήταν φορές που άφηνε στο πλάι του πριν κοιμηθεί ένα ποτήρι άδειο για να έχει να πίνει λήθη όποτε διψούσε. Το πρωί το έβρισκε γεμάτο απουσίες. Κι η νύχτα μεγάλωνε ολοένα, λες και ήθελε να γίνει μέρα.

Κάποτε ξύπνησε μες στο σκοτάδι και θέλησε να μείνει εκεί.

Κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Στο κρεβάτι του είχε απομείνει μόνο ένα αποτύπωμα κυρτό, σαν όρθιο χαμόγελο.

…Κάτω απ’ τη Μάσκα που Φοράς

Ο Tom Cruise στο Vanilla Sky (μια μάλλον υποτιμημένη ταινία) φορά μια μάσκα για να κρύψει το παραμορφωμένο από ένα τροχαίο δυστύχημα πρόσωπό του. Εξακολουθεί να τη φορά και στο όνειρό του, όταν αυτό μετατρέπεται σε εφιάλτη. Κάπου ενδιάμεσα, σε μια σκηνή που τον βρίσκει σουρωμένο και πεσμένο στο υγρό λιθόστρωτο, συνειδητοποίησα γιατί οι σούπερ-ήρωες είναι μασκοφόροι (με ηχηρή εξαίρεση τον Superman, εκτός κι αν θεωρήσουμε μάσκα ένα απλό ζευγάρι γυαλιά): νιώθουν ενοχές γι’ αυτό που είναι και κρύβουν το πρόσωπό τους από τους άλλους. Η μάσκα δεν υπάρχει για να τους δίνει -όπως νομίζουν πολλοί- ελευθερία, αλλά για να τους φυλακίζει, να τους απομονώνει στην προσωπική τους κόλαση. Εκεί όπου έχουν βρεθεί επειδή πλέον μπορούν να κάνουν σχεδόν τα πάντα, χωρίς να έχουν όμως ξεχάσει ότι πρέπει να έχουν φραγμούς. Είναι οι πλέον τραγικές φιγούρες που έχουμε πλάσει οι άνθρωποι: εμείς θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε, αυτοί μπορούν, αλλά δεν πρέπει.

Σκόρπια

Έχω ξαναγράψει ότι κάποιες φορές που δεν γράφω εδώ αυτό συμβαίνει όχι επειδή δεν έχω τι να πω, αλλά, αντίθετα,  επειδή έχω πολλά. Έτσι και τώρα… Για παράδειγμα, θα μπορούσα να γράψω για τις εντυπώσεις μου από την τεχνική εκπαίδευση την οποία υπηρετώ εδώ και δύο εβδομάδες και έχοντας διαπιστώσει με τα ίδια μου τα μάτια πόσο αληθινός είναι δυστυχώς ο χαρακτηρισμός της ως «χωματερή της εκπαίδευσης.»

Θα μπορούσα ( ; ) να μιλήσω για το πόσο ανησυχώ τον τελευταίο καιρό για έναν άνθρωπο που αγαπώ νιώθοντας πραγματική αγωνία για το αν θα καταφέρει να βρει έναν λιγότερο δύσβατο δρόμο. Για το πώς, παρότι επικοινωνούμε λίγο και βρισκόμαστε λιγότερο, αισθάνομαι κύματα αγάπης να πηγαινοέρχονται μεταξύ μας.

Ήθελα επίσης, εδώ και μια βδομάδα, να πω δυο κουβέντες για τη συναυλία-αφιέρωμα στο Σταύρο Κουγιουμτζή που παρακολούθησα στο στρατόπεδο Κόδρα. Για τα τραγούδια του κυρ-Σταύρου που μας θυμίζουν ότι η ομορφιά είναι απλή και ότι ο φυσικός χώρος των τραγουδιών είναι τα χείλη όσων τα ακούνε. Για το Γιώργο Νταλάρα που εδώ και 15 περίπου χρόνια δημιουργεί τα πιο σχιζοφρενή (μαζί με το Σαββόπουλο) συναισθήματα στο ελληνικό κοινό: εκτίμηση και θαυμασμός για τη φωνή και το ρεπερτόριο του, αντιπάθεια για την πολυπραγμοσύνη και τη δημόσια εικόνα του. Τουλάχιστον για τα τραγούδια του Κουγιουμτζή δε μπορεί να του καταμαρτυρήσει κανείς και πολλά, αφού η φωνή του είναι ένα σώμα με αυτά.

Άλλες δυο κουβέντες θα μπορούσα να πω για τη χθεσινή συναυλία του Σωκράτη στη Μονή Λαζαριστών, μια από τις καλύτερες συναυλίες που έχω πάει. Η μια κουβέντα θα ήταν ότι πρώτη φορά είδα τόσο μεγάλο και ποικίλλο πλήθος στη Μονή να απολαμβάνει τόσο πολύ κάθε τραγούδι και η άλλη ότι η λέξη που επαναλαμβάνεται στα περισσότερα τραγούδια του είναι η «ζωή.» ΥΓ. Ναι, τα τραγούδια λειτούργησαν χτες λυτρωτικά, όπως σου είχα πει ότι θα συνέβαινε… Άλλη φορά…

Ακόμα και τα οινοπνευματώδη βράδια μας με παρέες παλιές και καινούριες όπου αναλύουμε τη μουσική, την πολιτική, τον κόσμο και τα ντεκολτέ, θα μπορούσαν να έχουν θέση σε ένα κείμενο για τη γλύκα της ματαιότητας που μας γεμίζει σαν γαλοπούλες έτοιμες για ψήσιμο.

Τι να γράψεις όμως απ’ όλ’ αυτά όταν ξυπνάς από ένα κακό όνειρο στο οποίο ο πατέρας σου έχει πεθάνει μπρος στα μάτια σου, σε μια προβλήτα όπου ψάρευε κάτι μεγάλα ψάρια σαν σπαθιά; Όταν διανύεις δευτερόλεπτα εφιάλτη με το μυαλό να έχει μουδιάσει τόσο ώστε να μη σκέφτεται το δικό του πόνο, παρά μόνο το πώς θα το πει στους άλλους; Όταν ένα από τα πράγματα που κάνεις μες στο όνειρο είναι να εκπέμψεις SOS στέλνοντας μήνυμα με την είδηση στους δύο ανθρώπους που αγαπάς περισσότερο;

Ενύπνιο

Είδα στον ύπνο μου ότι ήμασταν, λέει, στους Φούρνους Ικαρίας -δεν έχω πατήσει το πόδι μου εκεί ποτέ- και μάθαμε ότι σε ένα ορεινό χωριό του νησιού το νερό κάποιας πηγής πάγωνε -Ιούλιο μήνα- μόλις ανάβλυζε. Μας κατέλαβε μια σφοδρή επιθυμία να πάμε να δούμε αυτήν την παραδοξότητα.

Στην επόμενη σεκάνς του ονείρου βρισκόμαστε μπροστά στην πηγή, η οποία μοιάζει τελικά πιο πολύ με βρυσούλα, και βλέπουμε πράγματι ότι γύρω από το σημείο όπου έτρεχε το νερό από το βράχο σχηματίζονταν κρύσταλλοι και εκείνη η γυάλινη επιφάνεια του φρέσκου πάγου. Άπλωσα το χέρι μου να τον αγγίξω και έκαιγε.

Ένας ντόπιος γεροντάκος που ξεφύτρωσε από το πουθενά -ε, τι περιμένατε σε ένα όνειρο;- είπε τελείως ξεκάρφωτα: «Το χωριό δεν έχει νέους» και την ίδια στιγμή έπαιρνα στο κινητό μου ένα μήνυμα ( από ποιόν; ) που έλεγε: «ΣΑΣ ΤΗΝ ΕΦΕΡΑΝ;»

Ύστερα ήρθαν οι τουρίστες.