Νυστικό

Χτες μου συνέβησαν τέσσερα τουλάχιστον πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν μπόλικη τροφή στην προσωπική μου ονειρομηχανή -είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό: ένα χασματοποιό τηλεφώνημα, μια γυάλινη παράσταση, η συνάντηση που την ακολούθησε και με τάραξε απρόσμενα, μια σειρά από μεταμεσονύκτια μηνύματα. Αντ’ αυτών είδα στον ύπνο μου ότι ήταν βράδυ εκλογών και βρισκόμουν σε μια πόλη που ήταν υποτίθεται η Θεσσαλονίκη, αλλά έμοιαζε περισσότερο με πόλεις της κεντρικής Ιταλίας. Κυβέρνηση έβγαινε το ΠΑΣΟΚ και για έναν περίεργο λόγο το κλίμα έξω έμοιαζε αρχικά με το βράδυ της νίκης του το ’81, πολύ γρήγορα όμως εξελίχθηκε σε αυτό των γεγονότων του Δεκεμβρίου με την ατμόσφαιρα να έχει γεμίσει καπνό -ίσως ήταν και ομίχλη, δε μύριζε τίποτα- και μικρές ομάδες ανθρώπων να προσπαθούν να φύγουν όλο και πιο μακριά από το κέντρο. Βρέθηκα με ανθρώπους που τους ξέρω ελάχιστα και περιπλανήθηκα σε στενά και άγνωστες συνοικίες έχοντας ένα απίστευτα αγχωτικό αίσθημα αποπροσανατολισμού: δεν ήξερα πού είμαι και δεν ήξερα προς τα πού να πάω…

Τελικά έφτασα σε ένα συγκρότημα με βίλες και ρώτησα έναν γνωστό μου πού είμαστε. -Στο Λαχανά, απάντησε και κάπου εκεί ξύπνησα…

Advertisements

Λιστής

…Άλλες φορές του άρεσε να φτιάχνει λίστες με απίστευτα πράγματα: μια ζωή με τρεις πόρτες, κάποιον που μπόρεσε να αγαπήσει τη γυναίκα που αυτοκτόνησε για να τον εκδικηθεί (μόνο γι’ αυτό αυτοκτονούν όσοι έχουν ερωτικές απογοητεύσεις), ένα τραγούδι που ήταν ολόκληρο μια λέξη σε κάποια ανύπαρκτη γλώσσα, το δικό του τηλέφωνο να του τηλεφωνεί και να βγαίνει ο τηλεφωνητής, τις ελάχιστες αληθινές λέξεις που έχουν βγει από ερωτευμένα χείλη. Κι ακόμα, παιδιά που δε φοβούνταν το σκοτάδι, μωβ φεγγάρια, ένα υπερωκεάνιο στην Εγνατία Οδό, μια χορεύτρια στο βυθό της θάλασσας, το γέλιο ενός καταθλιπτικού. Μια φορά μάλιστα είχε σπάσει έναν καθρέφτη και έβγαλε από πίσω το πρόσωπό του: έμοιαζε με μάσκα, μονάχα που δεν είχε τρύπες στα μάτια και το στόμα. Την έβαλε κι αυτή μαζί με τις άλλες απιθανότητες στη λίστα, παρ’ ότι έμοιαζε όχι μόνο πιθανή μα και αναγκαία.
Όταν βαριόταν πολύ, άπλωνε τα κομμάτια της συλλογής του στο πάτωμα και τα τσαλαπατούσε -όχι με μίσος, με στοργή- μέχρι το αίμα από τα γυμνά του πόδια να σχηματίσει χαμόγελα πάνω στα λευκά πλακάκια. Μετά, σχεδόν ευτυχής -πάντα ευτυχής, ποτέ ευτυχισμένος- τα αγκάλιαζε και τα ξανάβαζε στη θέση τους, στο βαζάκι με τις καραμέλες που είχε κλέψει από ένα όνειρο. Ανάπηρος ξανά, πήγαινε να ψάξει για νέα ευρήματα στις χωματερές της σκέψης του.

Τους Εφιάλτες να τους Λες

Όταν αφηγείσαι τα όνειρά σου, ξεφτίζουν. Είναι κάτι που ισχύει για τα περισσότερα όνειρα. Γι’ αυτό κάθε φορά που βλέπω ένα όμορφο όνειρο δεν το λέω σε κανέναν. Καλά-καλά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι ούτε εγώ, κρατώντας μονάχα την αίσθηση που μου άφησε, χωρίς να προσπαθώ να το επαναλάβω νοερά. Κάνω το ανάποδο με τα άσχημα όνειρα και τους εφιάλτες (έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές κατηγορίες ονείρων): θέλω να τα πω (που έλεγε κι ο Νταλάρας), να τα μικρύνω, να τα ξεφτι(λί)σω, γιατί όσο τα κρατάω στο μυαλό, το καίνε και μου αφήνουν μια γεύση ενόχλησης και δυσφορίας, για να μην πω -στις χειρότερες περιπτώσεις- τρόμου.

Απόψε μετά από πολύ καιρό είδα έναν εφιάλτη. Ήμουν λέει στον πεζόδρομο των Γιαννιτσών, σε κάποιο από τα πλακόστρωτα δρομάκια του, και κυνηγούσα κάποιον, τον οποίο ταυτόχρονα κυνηγούσαν και άλλοι, αντίπαλοί μου, από τους οποίους κρυβόμουν. Γράφω «ήμουν», αλλά ταυτόχρονα είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν μέσα στο σώμα ενός τύπου που έμοιαζε την ίδια στιγμή με τον Κρίστοφερ Γουόκεν και με τον πράκτορα του FBI που εμφανίζεται ως κακός στη δεύτερη σεζόν του Prison Break. Αυτός που κυνηγούσαμε πρέπει να ήταν κάτι σαν James Bond, γιατί ήταν άπιαστος και θυμάμαι στο όνειρο να τον σκέφτομαι με θαυμασμό.

Σε μια στιγμή ένας από τους άλλους διώκτες του τύπου -πρέπει να φορούσε μαύρα, ενώ εγώ κάτι μπεζ- με εντόπισε και με πυροβόλησε. Ξέρετε πώς είναι σε πολλά όνειρα που η εσωτερική μας κάμερα φεύγει από το σημείο όπου βρίσκονται τα μάτια στο σώμα μας και μας δίνει μια συνολική λήψη της σκηνής; Σ’ αυτό το όνειρο συνέβαινε συνέχεια αυτή η αλλαγή και τη στιγμή των πυροβολισμών θυμάμαι να βλέπω αυτόν που ως εκείνη τη στιγμή αντιλαμβανόμουν ως «εαυτό» να γλυτώνει όλες τις σφαίρες. Όλες, εκτός από μία που διαπέρασε το λαιμό «μου» από τα δεξιά στα αριστερά (είναι πάντα περίεργο πώς το μυαλό συγκρατεί τέτοιες ξεκάρφωτες λεπτομέρειες στα όνειρα).

Παραδόξως, δεν πέθανα. Ούτε θυμάμαι πολύ αίμα. Αυτό που είδα, ήταν μια μικρή τρύπα εκεί που μπήκε η σφαίρα και μια μεγαλύτερη, ακανόνιστη, σαν αυτές που βλέπουμε στα κινούμενα σχέδια όταν εκπυρσοκροτεί κάτι μέσα σε ένα σωλήνα, στο σημείο που βγήκε. Δεν πονούσα.

Πριν προλάβω να αντιδράσω, η ίδια ακριβώς σκηνή επαναλήφθηκε και η τρύπα μεγάλωσε. Η φρίκη μου τότε άρχισε να μεγαλώνει. Στο όνειρο εξακολουθούσα να μην πονάω, αλλά εγώ που έβλεπα το όνειρο, ένιωθα κάτι που ακόμα και τώρα με πνίγει. Μπορούσα να αισθανθώ τον αέρα να περνά μέσα από τις δύο τρύπες και σχεδόν να σφυρίζει. Ήταν σαν να αναπνέω από λάθος σημείο (εδώ που τα λέμε αυτό θα συνέβαινε μάλλον), αλλά το πραγματικά αφόρητο ήταν το πόσο αληθινή μου φάνταζε αυτή η αίσθηση.

Σύρθηκα μέχρι το δρόμο και σταμάτησα ένα περαστικό αυτοκίνητο για να με πάει στο νοσοκομείο με το λαιμό μου να μπάζει και να κάνω απέλπιδες προσπάθειες να κλείσω τις τρύπες. Μέσα στο αυτοκίνητο έμοιαζα να χάνω τις αισθήσεις μου, να σβήνω, και τότε έγινε κάτι που με φρίκαρε τόσο που ξύπνησα κάθιδρος: από κάπου (σαν να είχαμε κάποιου είδους ενδοσυνεννόηση) άκουσα τη φωνή του τύπου του οποίου είχα τη μορφή -της διασταύρωσης δηλαδή των δύο ηθοποιών που έλεγα- να μου λέει «Τι μου συμβαίνει Αντώνη; Γιατί νιώθω να χάνομαι; Πνίγομαι, δεν μπορώ να πάρω ανάσα… Είναι όλα εντάξει;»

Ξανακοιμήθηκα μετά από μισή ώρα.