St. Peter’s Fair, Ellis Peters

More about St. Peter's Fair

(κλικ στο εξώφυλλο)

It began at the normal daily chapter in the Benedictine monastery of Saint Peter and Saint Paul, of Shrewsbury, on the thirtieth day of July, in the year of Our Lord 1139. That day being the eve of Saint Peter ad Vincula, a festival of solemn and profitable importance to the house that bore his name, the routine business of the morning meeting had been devoted wholly to the measures necessary to its proper celebration, and lesser matters had to wait.

The house, given its full dedication, had two saints, but Saint Paul tended to be neglected, sometimes even omitted from official documents, or so abbreviated that he almost vanished. Time is money, and clerks find it tedious to inscribe the entire title, perhaps as many as twenty times in one charter. They had had to amend their ways, however, since Abbot Radulfus had taken over the rudder of this cloistral vessel, for he was a man who brooked no slipshod dealings, and would have all his crew as meticulous as himself.

Brother Cadfael had been out before Prime in his enclosed herb-garden, observing with approval the blooming of his oriental poppies, and assessing the time when the seed would be due for gathering. The summer season was at its height, and promising rich harvest, for the spring had been mild and moist after plenteous early snows, and June and July hot and sunny, with a few compensatory showers to keep the leafage fresh and the buds fruitful. The hay harvest was in, and lavish, the corn looked ripe for the sickle. As soon as the annual fair was over, the reaping would begin. Cadfael’s fragrant domain, dewy from the dawn and already warming into drunken sweetness in the rising sun, filled his senses with the kind of pleasure on which an ascetic church sometimes frowns, finding something uneasily sinful in pure delight. There were times when young Brother Mark, who worked with him this delectable field, felt that he ought to confess his joy among his sins, and meekly accept some appropriate penance. He was still very young, there were excuses to be found for him. Brother Cadfael had more sense, and no such scruples. The manifold gifts of God are there to be delighted in, to fall short of joy would be ingratitude.

(σελ, 1)

(Περισσότερα για το μοναχό Κάντφελ)

Monk’s Hood, Ellis Peters

More about Monk's Hood

(κλικ στο εξώφυλλο)

Για τον μοναχό Κάντφελ και τα μεσαιωνικά μυστήρια στα οποία πρωταγωνιστεί έγραψα αρκετά στην προηγούμενη ανάρτηση. Σε αυτή την ιστορία με το αμετάφραστο λογοπαίγνιο στον τίτλο (Monk’s hood είναι το φυτό από όπου βγαίνει το δηλητήριο που χρησιμοποιείται για το φόνο, αλλά και η καλύπτρα του μοναχού) ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι ο δολοφονηθείς είναι κάποιος ηλικιωμένος που εκχωρεί στο μοναστήρι την περιουσία του με αντάλλαγμα ένα μικρότερο κατάλυμα στο μοναστήρι (και φυσικά τη σωτηρία της ψυχής του). Η φυσικότητα με την οποία παρουσιάζεται το συγκεκριμένο γεγονός καθώς και η αυτοματοποιημένη διαδικασία με την οποία γίνεται δείχνουν ότι επρόκειτο για μια μάλλον συχνή πρακτική της εποχής (και όχι μόνο). και ένας από τους βασικούς τρόπους αυγατίσματος της μοναστικής περιουσίας. Επίσης συναντάμε για άλλη μια φορά στις ιστορίες του Κάντφελ νόθα παιδιά, κάτι που φαίνεται ότι επίσης δεν ήταν σπάνιο, ενώ το μυθιστόρημα αποκτά και μια εσάνς νουάρ, καθώς εμφανίζεται η παλιά αγαπημένη του μοναχού 40 χρόνια μετά…

Dead Man’s Ransom, Ellis Peters

More about Dead Man's Ransom

(κλικ στο εξώφυλλο)

Η άνθιση -ή ο κορεσμός ανάλογα με την οπτική γωνία- του αστυνομικού μυθιστορήματος οδήγησε στην εμφάνιση αρκετών υποκατηγοριών του συγκεκριμένου είδους, οι οποίες προσδιορίζονται είτε από το είδος του μυστηρίου είτε από την ιδιότητα του ντετέκτιβ (που μπορεί και να μην είναι πια ντετέκτιβ) είτε από την ιστορική εποχή στην οποία διαδραματίζεται το μυστήριο είτε από ένα συνδυασμό των παραπάνω. Έτσι δημιουργήθηκαν αρκετά επιτυχημένα ιστορικά αστυνομικά μυθιστορήματα, και σε αρκετές περιπτώσεις ολόκληρες σειρές. Ένα μεγάλο μέρος τους εκτυλίσσεται στην αρχαιότητα (Αίγυπτος, Ελλάδα, Ρώμη) και στο Μεσαίωνα (Κίνα, Βυζάντιο, Βρετανικά νησιά), αλλά υπάρχουν και πολλά διάσπαρτα που φτάνουν μέχρι τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Ανάμεσα στα μεσαιωνικά μυστήρια προφανώς δεσπόζει το Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, υπάρχουν όμως δύο συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τεράστια επιτυχία και συστηματικότητα με αυτό το είδος: ο Peter Tremayne και η Ellis Peters, με την αδελφή Φιντέλμα ως ηρωίδα του ο πρώτος και τον μοναχό Κάντφελ η δεύτερη.

Δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο του Tremayne, αλλά οι 4-5 ιστορίες του μοναχού Κάντφελ που διάβασα μου άρεσαν πολύ. Το καθαυτό ιστορικό μυθιστόρημα δεν μου αρέσει, αλλά όταν μια καλή ιστορία έχει ένα δουλεμένο ιστορικό πλαίσιο, δεν λέω όχι. Η Peters πετυχαίνει μάλιστα κάτι παραπάνω από το να αποδίδει σωστά τα ιστορικά γεγονότα της εποχής ή την περιγραφή των αντικειμένων: κατορθώνει να φέρει στις σελίδες της τις ιδέες και τις αντιλήψεις του μεσαιωνικού κόσμου με φυσικότητα και χωρίς αφ’ υψηλού αναχρονιστική κριτική. Το γεγονός μάλιστα ότι ο ήρωας είναι μοναχός της δίνει τη δυνατότητα να δίνει λύσεις στα μυστήριά της που απέχουν πολύ από το «βρήκαμε το δολοφόνο, τον συλλαμβάνουμε, τον δικάζουμε και τον κρεμάμε.»

Βρισκόμαστε στην Αγγλία στα μέσα του 12ου αιώνα, μια εποχή εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον βασιλιά Στέφανο της Αγγλίας και την αυτοκράτειρα Ματθίλδη που διεκδικούσαν τον αγγλικό θρόνο,  περίοδος που ονομάστηκε Αναρχία. Όλες σχεδόν οι ιστορίες του Κάντφελ λαμβάνουν χώρα τότε και αρκετές από αυτές σχετίζονται με γεγονότα αυτής της σύγκρουσης, καθώς το μοναστήρι του βρισκόταν ουσιαστικά ανάμεσα στους δύο αντιπάλους, στα όρια περίπου της Αγγλίας με την Ουαλία. Ο Κάντφελ είναι ένας κοσμογυρισμένος μοναχός (έχει πολεμήσει και στις Σταυροφορίες), με γνώσεις βοτανικής και ιατρικής, μπόλικη πονηριά, και μια τεράστια καλόβολη περιέργεια και αγάπη για τους ανθρώπους γύρω του, ιδιαίτερα για τους πιο αδύναμους. Τα μυστήρια τα λύνει συνήθως με έναν συνδυασμό επαγωγικής μεθόδου, ανορθόδοξης ανάκρισης, συνήθως ασθενών που περιθάλπει και τεχνασμάτων αποκάλυψης. Αρκετά από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του θα λέγαμε ότι περικλείουν εν σπέρματι τον homo universalis του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης που σε πολλές περιπτώσεις ξεπήδησε όντως μέσα από μοναστήρια.

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης ιστορίας τώρα έγκειται στο τι κρύβει μια δολοφονία που όλα δείχνουν ότι είναι πολιτική, αλλά και στη διαφορετική αντίληψη του νόμου και του δικαίου που είχαν οι Ουαλοί, μια αντίληψη που έδινε προβάδισμα στην τιμή και την αφοσίωση. Με σημερινούς όρους, το μυθιστόρημα αυτό είναι περισσότερο «πολιτικό», παρά αστυνομικό, και δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα του ποιος έκανε το φόνο όχι μόνο συχνά μπαίνει στην άκρη, αλλά και λύνεται με μια εξομολόγηση.