Ιδούλιος

Ιουλίου 2, 2009 at 11:17 πμ (Uncategorized) (, , )

Χθες το πρωί (πρωί -λέμε τώρα, μετά τη μία έγινε ό,τι έγινε) βρέθηκα μέσα σε  ένα τέταρτο αντιμέτωπος με τον παραλογισμό δύο φορές, πρώτα σε μια ασφαλιστική εταιρεία και έπειτα στην Αγροτική Τράπεζα. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην εκνευρίζομαι με τέτοια πράγματα, αλλά ομολογώ ότι δεν τα κατάφερα αυτή τη φορά.

Πρώτα πήγα στην ασφαλιστική για να επιδώσω κάποια έγγραφα σχετικά με ένα τροχαίο ατύχημα (μόνο υλικές ζημιές ευτυχώς) στο οποίο ενεπλάκη προ μηνός ο αδερφός μου. Εκεί έμαθα ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα θεωρείται, βάσει νόμου λέει, ο αδερφός μου, τη στιγμή που η κοινή λογική λέει ακριβώς το αντίθετο. Και εξηγούμαι: ο αδερφός μου κατέβαινε έναν δρόμο και, λίγο πριν βγει στον κάθετο του, σταμάτησε στο STOP που υπήρχε. Σύμφωνα με τον αδερφό μου, αλλά κυρίως σύμφωνα με τις φωτογραφίες του σημείου, είναι αδύνατο να δει κανείς αν έρχεται όχημα από τα δεξιά αν είσαι σταματημένος στο STOP. Προχώρησε λοιπόν σιγά-σιγά με το αυτοκίνητό του μπροστά για να έχει ορατότητα και πριν μπει στη διασταύρωση ήρθε ένα αυτοκίνητο από δεξιά, έστριψε στο δρόμο του αδερφού μου, μπήκε στη λωρίδα του και χτύπησε το αυτοκίνητο του αδερφού μου από τη μεριά του οδηγού. Ο κύριος λοιπόν της ασφαλιστικής λέει λοιπόν ότι, από τη στιγμή που το ατύχημα έγινε μετά το STOP, η ευθύνη ήταν του αδερφού μου, άσχετα με το γεγονός ότι αν ο αδερφός μου είχε σταματήσει στο STOP για να δει αν διέρχεται κάποιο αυτοκίνητο θα ήταν μέχρι σήμερα ακόμα εκεί. Με τρελαίνει η σκέψη ότι ένα κακοτοποθετημένο σήμα δημιουργεί όλη αυτή την αδικία. Οψόμεθα όμως…

Έπειτα πήγα στην Αγροτική Τράπεζα για να καταθέσω στο λογαριασμό της ιδιοκτήτριας το νοίκι του μήνα. Η υπάλληλος με αρκετή δόση αγένειας μου είπε να πληρώσω τη γνωστή προμήθεια του 1,20 για κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου και όταν άρχισα να της λέω για τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις με παρέπεμψε στον διευθυντή της (σημειωτέον, ότι σε άλλα υποκαταστήματα της ίδιας τράπεζας εδώ και μερικούς μήνες δεν μου κρατούν αυτή την προμήθεια, έστω και με το τρικ να μην γράφουν το όνομα του καταθέτη -το δικό μου δηλαδή). Πήγα στον διευθυντή προσπαθώντας να είμαι όσο πιο ήρεμος γίνεται και εκείνος έδειξε κατανόηση, αλλά μου άρχισε το γνωστό τροπάρι ότι μέχρι να πάρουν την ανάλογη εντολή από τα κεντρικά θα ζητούν προμήθεια. Ε, φεύγοντας δεν κρατήθηκα και του είπα πόσο λυπάμαι που οι υπάλληλοι των τραπεζών κρατούν αυτή τη στάση ελαφρά τη καρδία…Εννοείται ότι δεν έκανα εκεί την κατάθεσή μου και θα πάω σε κάποιο υποκατάστημα που δεν θα μου κρατήσει την προμήθεια, εφοδιασμένος και με μια αίτηση/διαμαρτυρία που κατέβασα από τη σελίδα της ΕΚΠΟΙΖΩ.

Ήθελα να τα γράψω γιατί είχα σκάσει. Αν κάποιος μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά, είναι ευπρόσδεκτος.


Μόνιμος σύνδεσμος 1 σχόλιο

Τάδε Έφη Έφη

Ιουνίου 30, 2009 at 12:05 πμ (Uncategorized) ()

“Πώς να μου αρέσει μια πόλη που οι άνθρωποί της έχουν πάψει να ψάχνουν τον ουρανό γι’ αστέρια;”

Μόνιμος σύνδεσμος 6 σχόλια

Παρεξηγήσεις 3

Ιουνίου 27, 2009 at 12:56 μμ (Uncategorized) (, , )

Από το πρωί είχε σκάσει με τους ηλίθιους που την έπρηζαν στο γραφείο. Πώς γινόταν κάθε φορά και έφταιγε αυτή για όλα; Είχε προσληφθεί ως γραμματέας και της ανέθεταν ευθύνες αντιπροέδρου. Και τι έπαιρνε; Τον βασικό και καμιά υπερωρία. Το μόνο που σκεφτόταν τώρα ήταν το σπανακόρυζο που θα έφτιαχνε μόλις εφτανε στο σπίτι. Το λάτρευε από μικρή και ήταν το πρώτο φαγητό που είχε μάθει να φτιάχνει. Είχε αγοράσει κάτι φρεσκότατα σπανάκια από το μανάβη χτες και την περίμεναν στο ψυγείο.

Όταν έφτασε σπίτι, πήγε κατευθείαν στο ψυγείο για τα σπανάκια. Περίεργο… Δεν τα έβρισκε πουθενά. Ούτε στο πάνω ράφι ούτε στο κάτω ούτε στο συρτάρι με τα λαχανικά.

“Μαρία!” φώναξε την ωμοφάγο συγκάτοικό της. “Είχα κάτι σπανάκια στο ψυγείο. Μήπως ξέρεις τι έγιναν;”

Μετά από κάποια εύγλωττα δευτερόλεπτα σιωπής, το σγουρό κεφάλι της Μαρίας πρόβαλλε από την πόρτα του δωματίου της με ένοχο ύφος: “Τα έκανα σαλάτα…”

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Παρεξηγήσεις 2

Ιουνίου 26, 2009 at 3:24 μμ (Uncategorized) (, )

Σε ένα σαλούν της Άγριας Φύσης δυο-τρεις παρέες ζαρζαβατικών σκότωναν το βράδυ τους παίζοντας -τι άλλο;- ξερή. Στο πιάνο ένα θλιμμένο κρεμμύδι σκάλιζε βαριεστημένα έναν ξεχασμένο σκοπό. Δίπλα του μια ώριμη ντομάτα τραγουδούσε αναπολώντας εποχές που ήταν ακόμα άγουρος καρπός. Ο μπάρμαν, μια πατάτα γεμάτη κονδυλώματα, σκούπιζε ποτήρια με μια άπλυτη πετσέτα. Κάθε τόσο έριχνε ένα ανήσυχο βλέμμα προς τα δύο φύλλα της πόρτας που τα συγκρατούσαν κάτι ξεχαρβαλωμένοι μεντεσέδες. Ο σερίφης, ο Τζο ο Κολοκύθας, δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Είχε φύγει από νωρίς το απόγευμα με το βοηθό του, το Δειλό Αγγουράκι, για να αντιμετωπίσει τη συμμορία του Σκληρού Πεπονιού. Το Σκληρό Πεπόνι με το πρωτοπαλίκαρό του, τον Νταν Μελιτζάνα και μερικά ακόμα φρέσκα λαχανικά τρομοκρατούσαν την περιοχή για μήνες και το πρωί της ίδιας μέρας είχαν ληστέψει την Τράπεζα Νερού της πόλης παίρνοντας όλα της τα αποθέματα.

Ξαφνικά, στο σαλούν όρμησε το Αγγουράκι και φώναξε: “Όλα τέλειωσαν! Πάει ο Τζο!” και έπεσε ξέπνοο σε μια καρέκλα. Όλοι στράφηκαν προς το μέρος του, αλλά μόνο ο μπάρμαν τόλμησε να τον ρωτήσει: “Τον καθάρισε το Σκληρό Πεπόνι ή ο Νταν ο Μελιτζάνας; Ή μήπως ήταν κάποια από τα τσιράκια του, τα πικροράδικα;”

Το Αγγουράκι σήκωσε τα μάτια, τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι: “Όχι,” ψιθύρισε. “Τον έφαγε λάχανο…”

Μόνιμος σύνδεσμος 3 σχόλια

Παρεξηγήσεις

Ιουνίου 25, 2009 at 6:46 μμ (Uncategorized) (, , )

Ο Μαέστρος της Μικτής Τετραφωνικής Χορωδίας Φρούτων και Λαχανικών στάθηκε απέναντι στις μπανάνες σοπράνο, τις άλτο μελιτζάνες του, τους μαϊντανούς τενόρους του και τα μπάσσα λάχανα και ετοιμάστηκε για την πρόβα. Προσπαθούν τις μέρες αυτές να βγάλουν τη μεγάλη επιτυχία του Μάνου Πρασινάκη, “Ρίχνω το μανάβη στο πηγάδι.” Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που μπήκαν στη δεύτερη στροφή και τα λάχανα. Οι δυνατές τους φωνές σκέπαζαν όλους τους άλλους και ο Μαέστρος, αφού είδε ότι δεν καταλάβαιναν τις χειρονομίες του, αναγκάστηκε να χτυπήσει το αναλόγιό του και να πει στεγνά:

“Σιγά τα λάχανα!”

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Έξ-υπνος

Ιουνίου 24, 2009 at 8:52 μμ (Uncategorized) (, )

Τάιζε τη νύχτα του με κάτι όνειρα λειψά, ακρωτηριασμένα. Από άλλα έλειπε η αρχή, από άλλα το χρώμα και από κάποια -τα πιο πεινασμένα- ο εαυτός του. Στο προσκεφάλι του έβαζε κάθε βράδυ ένα αύριο, αλλά ποτέ δεν ήταν εκεί την άλλη μέρα. Ήταν φορές που άφηνε στο πλάι του πριν κοιμηθεί ένα ποτήρι άδειο για να έχει να πίνει λήθη όποτε διψούσε. Το πρωί το έβρισκε γεμάτο απουσίες. Κι η νύχτα μεγάλωνε ολοένα, λες και ήθελε να γίνει μέρα.

Κάποτε ξύπνησε μες στο σκοτάδι και θέλησε να μείνει εκεί.

Κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Στο κρεβάτι του είχε απομείνει μόνο ένα αποτύπωμα κυρτό, σαν όρθιο χαμόγελο.

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Επιθυμίες

Ιουνίου 23, 2009 at 8:24 μμ (Uncategorized) (, , )

Ζητήσαμε ουρανό και πήραμε θεούς

Ζητήσαμε έναν κόσμο και πήραμε το χτες

Ζητήσαμε ευτυχία και πήραμε ελπίδα


Ζητήσαμε ζωή και πήραμε ζωή

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Με τον Τρόπο του Χιλιάνου

Ιουνίου 22, 2009 at 11:39 πμ (Uncategorized) (, , , )

Κι αν ο Παράδεισος σε σένα παίρνει σάρκα

κι οστά στα μάτια σου που είναι ουρανοί

η κρύα Κόλαση ξανάρχεται εμπρός μου

σαν μου στερείς την όψη σου και τη φωνή.


Κι αν άγγελοι λευκοί στα χείλη σου φωλιάζουν

που υμνούν της ομορφιάς το μαύρο φως

Δαίμονες γίνονται οι λέξεις και μ’ αρπάζουν

όταν το “όχι” ή το “δεν” και πάλι μου το πεις.


Κι αν το άπειρο στα δάχτυλά σου κλείνεις,

κι αν δεν αφήνεις τη ζωή να σε χαρεί,

κι αν την αγάπη “ανάγκη” την προφέρεις,


στο τώρα μάθε την καρδιά σου να αφήνεις,

άσε το θάνατο τους άλλους να τρυγεί,

και την ανάγκη σου γι’ αγάπη να την ξέρεις.

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Όταν η Κυριολεξία Πάει Θέατρο

Ιουνίου 21, 2009 at 12:46 μμ (Uncategorized) (, , )

[Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Terry Pratchett, Wyrd Sisters, που διαδραματίζεται, όπως και άλλες 3 ντουζίνες βιβλία του ιδίου συγγραφέα, σε έναν φανταστικό κόσμο δικής του επινόησης, τον Δισκόκοσμο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα τόσο διαφορετικός και τόσο όμοιος με την δική μας Υδρόγειο Σφαίρα. Μέσα σε αυτό το σκηνικό με μάγους, μάγισσες, πρωτοπόρους του κινηματογράφου και της ροκ, βαμπίρ που κάνουν αποτοξίνωση από το αίμα, βασιλιάδες, φανταστικά όντα, τρολ, νάνους, ξωτικά, δημοσιογράφους, αστυνομικούς, λωποδύτες κτλ, κτλ., ο Pratchett σε κάθε βιβλίο του στήνει και μια ξεκαρδιστική παρωδία της ζωής στον πλανήτη μας εξερευνώντας κάθε φορά διαφορετικές πτυχές της παγκόσμιας κουλτούρας.

Στη σκηνή που ακολουθεί, τρεις μάγισσες, που στον Δισκόκοσμο χρησιμοποιούν περισσότερο τεχνικές ψυχολογικού πολέμου (την περίφημη “κεφαλολογία”) παρά αληθινά μάγια, πηγαίνουν να παρακολουθήσουν μια θεατρική παράσταση από ένα μπουλούκι (ο θιασάρχης είναι ο αντίστοιχος Σέξπιρ του Δισκόκοσμου). Τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν η de facto αρχηγός τους (οι μάγισσες δεν έχουν επισήμως “αρχιμάγισσα”) αδυνατεί να κατανοήσει τις βασικές αρχές του θεάτρου.]

Η Μάγκρατ είχε εκστασιαστεί, ως συνήθως. Το θέατρο δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μερικές λινάτσες με ζωγραφιές επάνω τους, μια σανιδένια σκηνή που στηριζόταν πάνω σε βαρέλια, και μισή ντουζίνα πάγκους, στημένα στην πλατεία του χωριού. Ταυτόχρονα όμως όλα αυτά είχαν κατορθώσει να γίνουν Το Κάστρο, Κάπου Αλλού στο Κάστρο, Το Ίδιο “Αλλού” Λίγο Αργότερα, Το Πεδίο της Μάχης και τώρα ήταν Ένας Δρόμος Έξω από την Πόλη. Θα ήταν ένα υπέροχο απόγευμα αν δεν ήταν εκεί και η Γιαγιάκα Κερολίβανου.

Μετά από αρκετές διαπεραστικές ματιές προς τη μεριά της τριμελούς ορχήστρας μπας και καταλάβει ποιο απ’ όλα τα όργανα ήταν αυτό το “θέατρο”, η γριά μάγισσα έστρεψε επιτέλους την προσοχή της στη σκηνή, και τότε άρχισε να γίνεται προφανές στη Μάγκρατ ότι υπήρχαν ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές του θεάτρου που η Γιαγιάκα δεν είχε ακόμα κατανοήσει πλήρως.

Τώρα χοροπηδούσε πάνω κάτω στον πάγκο της με μανία.

“Τον σκότωσε,” τσίριξε. “Γιατί δεν κάνει κάποιος κάτι γι’ αυτό; Τον σκότωσε! Και μάλιστα μπροστά σε όλους!”

Η Μάγκρατ τράβηξε απεγνωσμένα τη συνάδελφό της από το χέρι καθώς εκείνη προσπαθούσε να σηκωθεί όρθια.

“Δεν πειράζει,” ψιθύρισε. “Δεν είναι νεκρός!”

“Με αποκαλείς ψεύτρα, κορίτσι μου;” την έκοψε η Γιαγιάκα. “Τα είδα όλα!”

“Κοίτα, Γιαγιάκα, δεν είναι στ’ αλήθεια αληθινό, δε βλέπεις;”

Η Γιαγιάκα Κερολίβανου ηρέμησε λιγάκι, αλλά συνέχισε να μουρμουρίζει χαμηλόφωνα. Είχε αρχίσει να αισθάνεται ότι τα φαινόμενα προσπαθούσαν να την απατήσουν.

Στη σκηνή ένας άντρας τυλιγμένος με σεντόνι απήγγειλε έναν πνευματώδη μονόλογο. Η Γιαγιάκα τον άκουσε με προσοχή για μερικά λεπτά και έπειτα σκούντησε τη Μάγκρατ στα πλευρά.

“Τι τσαμπουνάει τώρα;” ρώτησε.

“Λέει πόσο λυπάται που ο άλλος είναι νεκρός,” είπε η Μάγκρατ, και σε μια απόπειρα να αλλάξει όπως-όπως συζήτηση πρόσθεσε, “Πολλές βασιλικές κορόνες, ε;”

Η Γιαγιάκα δεν το έβαζε κάτω. “Τότε τι πήγε και τον σκότωσε, μου λες;”

“Ε, να, είναι λίγο περίπλοκο-” είπε αδύναμα η Μάγκρατ.

“Είναι ξεδιάντροπο!” πετάχτηκε η Γιαγιάκα. “Και ο καημένος ο νεκρός ακόμα κείτεται εκεί μπροστά!”

Η Μάγκρατ κοίταξε παρακλητικά την Βάβω Εύγω, που τσιμπολογούσε ένα μήλο και παρατηρούσε τη σκηνή με το βλέμμα ενός επιστήμονα-ερευνητή.

Υποθέτω,” είπε αργά, “υποθέτω ότι όλα αυτά τα κάνουν στα ψέμματα. Κοίτα, εξακολουθεί να αναπνέει.”

Το υπόλοιπο κοινό, που ήδη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα σχόλια ήταν κομμάτι του έργου, γύρισε σαν ένα σώμα για να κοιτάξει το πτώμα. Εκείνο κοκκίνισε.

“Και κοίτα και τις μπότες του,” είπε η Βάβω επικριτικά. “Ένας αληθινός βασιλιάς θα ντρεπόταν αν είχε τέτοιες μπότες.”

Το πτώμα προσπάθησε να κρύψει τα πόδια του πίσω από έναν χαρτονένιο θάμνο.

Η Γιαγιάκα, διαισθανόμενη κάπως αόριστα ότι είχαν κατηγάγει έναν μικρό θρίαμβο ενάντια στους υπηρέτες του ψεύδους και της απάτης, πήρε ένα μήλο από την τσάντα της και άρχισε να παρακολουθεί με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Η Μάγκρατ χαλάρωνε σιγά-σιγά και ετοιμάστηκε να χαρεί το έργο. Αλλά όχι, όπως αποδείχθηκε, για πολύ. Η εκούσια αποδοχή εκ μέρους της της θεατρικής ψευδαίσθησης διακόπηκε από μια φωνή:

“Τι είναι αυτό τώρα;”

Η Μάγκρατ αναστέναξε. “Να,” τόλμησε να πει, “αυτός νομίζει ότι αυτός είναι ο πρίγκηπας, αλλά στην πραγματικότητα είναι η άλλη κόρη του βασιλιά, μεταμφιεσμένη σε άντρα.”

Η Γιαγιάκα υπέβαλλε τον ηθοποιό σε ένα μακρύ, εξονυχιστικό βλέμμα.

Είναι άντρας,” είπε. “Με αχυρένια περούκα. Κάνει τη φωνή του τσιριχτή.”

Της Μάγκρατ της σηκώθηκε η τρίχα. Η ίδια κάτι ήξερε για τις θεατρικές συμβάσεις. Φοβόταν ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Η Γιαγιάκα Κερολίβανου είχε Άποψη.

“Ναι, αλλά,” είπε απελπισμένα, “έτσι είναι το Θέατρο. Όλες τις γυναίκες τις παίζουν άντρες.”

“Γιατί;”

“Δεν επιτρέπονται γυναίκες στη σκηνή,” είπε ξεψυχισμένα η Μάγκρατ και έκλεισε τα μάτια.

Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε κανένα ξέσπασμα από τη θέση που βρισκόταν στα αριστερά της. Τόλμησε να ρίξει μια κλεφτή ματιά.

Η Γιαγιάκα μασούσε ήσυχα την ίδια μπουκιά από το μήλο της ξανά και ξανά, χωρίς να παίρνει το βλέμμα της από τη δράση.

“Μην κάνεις φασαρίες, Έσμε,” είπε η Βάβω, που είχε επίσης υπόψη της τις Απόψεις της Γιαγιάκας. “Αυτό το μέρος του έργου είναι ωραίο. Νομίζω ότι αρχίζω να το πιάνω.”

Κάποιος χτύπησε απαλά την Γιαγιάκα στον ώμο και μια φωνή είπε, “Κυρία, μπορείτε σας παρακαλώ να βγάλετε το καπέλο σας;”

Η Γιαγιάκα γύρισε αργά-αργά όπως καθόταν στον πάγκο, σαν να περιστρεφόταν χάρη σε κάποιο κρυμμένο μηχανισμό, και κεραυνοβόλησε αυτόν που τη διέκοψε με ένα βλέμμα εκατό κιλοβάτ. Ο τύπος ζάρωσε και μαζεύτηκε πάλι στον πάγκο του, με το πρόσωπό της να τον ακολουθήσει μέχρι κάτω.

“Όχι,” του είπε.

Εκείνος εξέτασε τις εναλλακτικές του. “Εντάξει,” της είπε.

Η Γιαγιάκα γύρισε μπροστά της και έγνεψε στους ηθοποιούς που είχαν σταματήσει και την χάζευαν.

“Τι κοιτάτε, δεν ξέρω,” μούγκρισε. “Άντε, τελειώνετε.”

[...]

Σιωπή γέμισε και πάλι το πρόχειρο θέατρο εκτός από τις διστακτικές φωνές των ηθοποιών, που κοίταζαν συνεχώς προς την αγέρωχη μορφή της Γιαγιάκας Κερολίβανου και εκτός από το περιστασιακό μασούλημα των μήλων από τις δύο μεγαλύτερες μάγισσες. Ξαφνικά η Γιαγιάκα είπε, με μια διαπεραστική φωνή που έκανε έναν από τους ηθοποιούς να ρίξει κάτω το ξύλινο σπαθί του, “Είναι κάποιος εκεί στο πλάι που τους ψιθυρίζει διάφορα!”

“Είναι υποβολέας,” είπε η Μάγκρατ. “Τους λέει τι να πουν.”

“Δεν ξέρουν;”

“Μου φαίνεται ότι χάνουν τα λόγια τους,” απάντησε καυστικά η Μάγκρατ. “Για κάποιον παράξενο λόγο.”

Η Γιαγιάκα σκούντηξε τη Βάβω.

“Τι συμβαίνει τώρα;” είπε. “Γιατί είναι όλοι αυτοί οι βασιλιάδες και ο κόσμος εκεί πάνω;”

“Κάνουν μια τελετή,” είπε η Βάβω Εύγω με σιγουριά. “Για το νεκρό βασιλιά, αυτόν με τις μπότες -θυμάσαι- μόνο που άμα προσέξεις, τώρα κάνει τον στρατιώτη, και όλοι βγάζουν λόγους για το πόσο καλός ήταν και αναρωτιούνται ποιος τον σκότωσε.”

“Αλήθεια;” είπε άγρια η Γιαγιάκα. Κοίταξε ερευνητικά όλο τον θίασο επί σκηνής, ψάχνοντας για το δολοφόνο.

Προσπαθούσε να καταλήξει σε μια απόφαση.

Έπειτα στάθηκε όρθια.

Ο μαύρος της μανδύας φούσκωσε γύρω της σαν τα φτερά ενός τιμωρού αγγέλου, που ήρθε για να απαλλάξει τον κόσμο από όλα όσα ήταν ανοησία και υποκρισία και απάτη και ψευτιά. Με κάποιον τρόπο έδειχνε πολύ μεγαλύτερη από το κανονικό. Έστρεψε ένα οργισμένο δάχτυλο προς τον ένοχο.

“Αυτός το έκανε!” κραύγασε θριαμβικά. “Όλοι μας τον είδαμε! Το έκανε με ένα στιλέτο!”

Terry Pratchett, Wyrd Sisters,σσ. 23-25, μτφρ. Αντώνης Γαζάκης

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Δεν σ’ Αγαπώ…

Ιουνίου 20, 2009 at 11:49 πμ (Uncategorized) (, , )

Soneto XVII (Sonnet 17), Pablo Neruda

Δεν σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν θαλασσόροδο ή τοπάζι,
καν σαΐτα από γαρούφαλλα που τη φωτιά θεριεύει:
σ’ αγαπώ όπως κάποια πράγματα σκοτεινά αγαπιούνται,
μυστικά, στης σκιάς και της ψυχής τ’ ανάμεσο.

Σ’ αγαπώ όπως το φυτό που δεν ανθεί, μα κλείνει
μέσα του κρυφό το φως των λουλουδιών του.
Και, χάρη στην αγάπη σου, ζει στα σκοτάδια του κορμιού μου
μια πνιχτή ευωδιά που βγήκε από τη γης.

Σ’ αγαπώ χωρίς να ξέρω πώς, πότε ή από πού,
σ’ αγαπώ δια μιας, δίχως προβλήματα ή περηφάνια:
έτσι σ’ αγαπώ γιατί δεν ξέρω ν’ αγαπώ με άλλον τρόπο,

παρά μ’ ετούτον που δεν έχει “εγώ” μήτε “εσύ”,
τόσο σιμά που το χέρι σου στο στήθος μου είναι δικό μου,
τόσο σιμά που τα μάτια σου βαραίνουν σαν αποκοιμιέμαι εγώ.


(Προσωπική μεταφραστική απόπειρα με τη βοήθεια του πρωτότυπου και μιας αγγλικής μετάφρασης)

Μόνιμος σύνδεσμος Γράψτε ένα σχόλιο

Next page »